ΒΑΡΕΙΣ ΚΑΙ ΛΕΠΤΕΠΙΛΕΠΤΟΙ
ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΜΠΟΥΖΕΑ
Ανάμεσα στον κτύπο του πρωινού ξυπνητηριού και στη βαθιά ανάσα ανακούφισης που ξεχύνεται μαζί με την κούραση στο τέλος της μέρας, πόσες εικόνες, άνθρωποι, ματιές έχουν περάσει από δίπλα μας! Αρκετές φορές μας έχουν κυριολεκτικά αγγίξει κατά λάθος ή επίτηδες. Όμως πόσες φορές μας έχουν αγγίξει ουσιαστικά; Πόση πραγματικότητα υπάρχει μέσα στις εικόνες του σήμερα; Τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το ψεύτικο θολώνουν καθώς η εμπειρία περνά μέσα από τις οθόνες. Όσο η εικόνα γίνεται μέσο προβολής της προσωπικής ταυτότητας, όσο η προώθηση ψευδών προτύπων αντικαθιστά την ουσία, τόσο η πραγματικότητα γίνεται τεχνικό κατασκεύασμα που οδηγεί την κοινωνία στην κατάσταση της υπερπραγματικότητας. Εκεί που το φως της οθόνης σβήνει την ατέλεια και φωτίζει την κάλπικη και ψευδεπίγραφη υπόσχεση της τελειότητας και της άψογης αρμονίας σε κάθε επίπεδο.
Ίσως όλα αυτά να συμβαίνουν διότι μέσα από τους καθημερινούς θορύβους, πραγματικούς ή προσομοιωτικούς, δεν καταφέρνουμε ή πιο σωστά δεν προσπαθούμε να ακούσουμε τη σκέψη μας. Τι πραγματικά μας λέει ο εσώτερος εαυτός μας. Το ίδιο μας το σώμα που μιλά με τη σιωπή, σε μια γλώσσα τόσο δική μας αλλά και τόσο ξένη. Αν κοιτάξουμε γύρω μας με ζέση και προσοχή, θα δούμε ότι τα σώματα μιλούν ακόμα κι εκεί που οι ψυχές προσπαθούν να σιωπήσουν. Διηγούνται τις ιστορίες τους χωρίς άχρηστους φερετζέδες και φανταστικά πέπλα. Κι εμείς, τι λέμε άραγε με το δικό μας σώμα; Ποιες ιστορίες διηγούμαστε ακούσια, προσπαθώντας να κρύψουμε την αλήθεια ακόμα κι από τον ίδιο μας τον εαυτό; Πόσο έτοιμοι είμαστε να ακούσουμε και πόσο δύσκολο είναι να αποδεχθούμε αυτό που δεν θέλουμε να διηγηθούμε;
Ανατρέχοντας στα παγκόσμια στατιστικά για την εικόνα του ανθρώπινου σώματος σήμερα, διαπιστώνει κανείς πως σχεδόν οι μισοί ενήλικες του πλανήτη φέρουν ένα υπέρβαρο σώμα, στοιχείο που φανερώνει την αλήθεια της σύγχρονης ζωής και τις προκλήσεις της καθημερινότητάς μας. Κάθε ένα από αυτά τα ποσοστά τοις εκατό, διηγείται και μια ιστορία. Κι είναι τόσες πολλές αυτές οι ιστορίες, όσες και οι άνθρωποι που πέρασαν από τούτη τη γη βαραίνοντας τη με το πάτημά τους, άλλοι λίγο και άλλοι πολύ, ανάλογα με το πόσο βαρύ ήταν το πεπρωμένο τους.
Το σώμα αφηγούνταν πάντα την ιστορία της ζωής του, έδινε το στίγμα των πολιτισμικών αξιών και των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών που έζησε, αντικατοπτρίζοντας τις αντιλήψεις, τις νοοτροπίες και την επικρατούσα θεώρηση για το τέλειο και ιδανικό, καθώς οι εναλλαγές επηρέαζαν καθοριστικά τα εκάστοτε πρότυπα.
Όταν ο Μποτιτσέλι ζωγράφιζε την Αφροδίτη θεωρώντας ότι το σώμα της αντανακλούσε αρμονία και αντικατόπτριζε την ιδεαλιστική ομορφιά της Αναγέννησης, σε αντίθεση με τα πληθωρικά και στρογγυλεμένα σώματα που χαρακτήριζαν τις μούσες του Ρούμπενς, ουδέποτε μπορούσε να φανταστεί ότι τον 21ο αιώνα η Αφροδίτη του θα αντιμετωπιζόταν ως μια υπέρβαρη, πλαδαρή νεαρή όπου ο υψηλός δείκτης μάζας σώματος θα την οδηγούσε αναπόφευκτα στην πόρτα του διαιτολόγου. Κι όταν την δεκαετία του 50 η Μέριλιν στοίχειωνε τα όνειρα των αντρών επιδεικνύοντας τις πληθωρικές της καμπύλες πάνω από τον ανεμιστήρα, σίγουρα δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι μια δεκαετία αργότερα, η Aundrey Hepburn προβάλλοντας την κομψή και εκλεπτυσμένη της σιλουέτα μέσα από το μικρό μαύρο φόρεμα θα της έκλεβε τη δόξα μέσα με εικόνα του «αγορίστικου» σώματος.
Φτάνοντας στο σήμερα μέσα από όλες αυτές τις διαφοροποιήσεις, γίνεται αντιληπτό ότι ο ρόλος της τέχνης, της μόδας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι καθοριστικός στη διαμόρφωση των προτύπων, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το «ιδανικό σώμα» διαφέρει από το πραγματικό ανθρώπινο σώμα. Παρά το γεγονός ότι η διαμόρφωση του πραγματικού ανθρώπινου σώματος δεν βασίζεται στα πρότυπα που προβάλλονται αλλά είναι αποτέλεσμα βιολογικών, περιβαλλοντικών και ψυχολογικών παραγόντων, η κοινωνία εμμένει στη διαμόρφωση της εικόνας και όχι στην ουσία.
Μπροστά στην εικόνα ενός εύσωμου νεαρού ή μιας παχουλής κυρίας, πόσοι άραγε από εμάς κάναμε τον κόπο να αναρωτηθούμε τον λόγο που οι άνθρωποι αυτοί βασανίζουν τον εαυτό τους; Πόσοι νοιώσαμε βαθιά μέσα μας τον προβληματισμό τους, πόσοι είδαμε μέσα από τα σκοτάδια τους και πόσοι προσπαθήσαμε να πατήσουμε πάνω στα χνάρια τους για να δούμε πού οδηγεί η ιστορία τους; Ελάχιστοι θεωρώ και δεν είναι υπερβολή. Οι περισσότεροι θα σκεφτούν αβίαστα και απροβλημάτιστα, χωρίς σκέψη και συναίσθημα, ότι είναι πρόκειται απλά για λαίμαργους ανθρώπους. Ίσως μάλιστα κάποιοι πιο πειθαρχημένοι και προσηλωμένοι στην τέλεια εικόνα ή στα πρότυπα του ευ ζην, να προβούν σε χαρακτηρισμούς που πληγώνουν και στιγματίζουν, ρίχνοντας πρώτοι τον λίθο σε όλους αυτούς τους αντιήρωες, που με τα ψεγάδια τους διαταράσσουν την τέλεια αισθητική της ευεξίας και την ψεύτικη τελειότητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, επτά στους δέκα ανθρώπους καταφεύγουν στην υπερβολική κατανάλωση τροφής όταν βιώνουν ψυχολογική ένταση ή στρες, καθώς το σώμα αναζητά αυτό που η ψυχή δεν μπορεί να καλύψει. Κι έτσι, καταφεύγουν σε κάθε είδους γλυκιά ή αλμυρή απόλαυση, προσπαθώντας να αναπληρώσουν τα κενά που δημιουργεί η ψυχολογική τους δυσφορία, δίνοντας ακόμα έναν πόντο νίκης στο ασυνείδητο κομμάτι του νου τους, επιτείνοντας το πρόβλημα και ρίχνοντας το για ακόμα μια φορά κάτω από το χαλί.
Είναι τόσα πολλά και ποικίλα τα αίτια που οδηγούν αρκετούς από εμάς στο ψυγείο, ειδικά κατά τις βραδινές ώρες, που αναρωτιέμαι πραγματικά πόσες συνεδρίες χρειάζονται για να λυθούν και να μας οδηγήσουν στο φως της μέρας. Εκεί που δεν θα νοιώθουμε ενοχές για το ξεχειλωμένο μας στομάχι και τους ανικανοποίητους γευστικούς μας κάλυκες όταν ακόμα και οι δικοί μας άνθρωποι μας κοιτούν επικριτικά. Πίσω από κάθε γρήγορη και κλεμμένη γλυκιά κουταλιά, πίσω από κάθε κρυμμένο σακουλάκι σοκολατάκια, μέσα σε κάθε τρίπατο σάντουιτς που πατιέται τεχνηέντως μέσα στην τοστιέρα για να μικρύνει ο όγκος του στα μάτια των άλλων, κρύβεται ένας πληγωμένος και θλιμμένος άνθρωπος. Μια λυπημένη και απογοητευμένη ψυχή. Μια πικραμένη φύση που ζητά τη γλύκα της ζωής στα παιδικά ζαχαρωτά και στα κόκκινα κοκοράκια – γλειφιτζούρια των πανηγυριών, νοιώθοντας έτσι την ψευδαίσθηση, ότι ζει μέσα στην προστασία και τη φροντίδα της μήτρας, που ίσως δεν βίωσε ποτέ. Πίσω από την πόρτα κάθε υπερφαγικού επεισοδίου, το καταπραϋντικό συναίσθημα της ασφάλειας και της αγάπης κρυφοκοιτάζει από την κλειδαρότρυπα γιατί του λείπει το κλειδί. Κάθε βλέμμα απόρριψης και ματαίωσης τόσο από το οικογενειακό περιβάλλον όσο και από τον κοινωνικό περίγυρο, οδηγεί στην αυτοκαταστροφική και αυτοτιμωρητική διαδικασία της υπερκατανάλωσης τροφής που πρόσκαιρα, εφήμερα και επιφανειακά λειτουργεί ως ενισχυτής ευδαιμονίας, πληρότητας και εσωτερικής γαλήνης, οδηγώντας εντέλει σε έναν φαύλο κύκλο που δύσκολα θα σπάσει. Σε όλο αυτό το συνονθύλευμα, προστίθενται οι ενοχές, η εσωτερική κούραση και μοναξιά, η κατάθλιψη, η ντροπή και ένα σωρό άλλα συναισθήματα που υπογραμμίζουν μέσα μας το αίσθημα της αποτυχίας, σαν τους απρόσκλητους επισκέπτες που μας επικρίνουν για το ατακτοποίητο σπίτι μας.
Γιατί έτσι ακριβώς νοιώθουμε εμείς τα παχουλά σώματα. Σαν επισκέπτες στο σπίτι μας. Τίποτα δεν μας ανήκει μα για τα πάντα λογοδοτούμε. Αδυνατούμε να βάλουμε τάξη στο χάος, όχι γιατί βαριόμαστε ή βολευόμαστε, αλλά διότι νοιώθουμε πως δεν αντέχουμε άλλο. Έτσι απλά. Δεν έχουμε δύναμη να παλέψουμε όσο κι αν προσπαθούμε να δείξουμε δυνατοί. Φοράμε μια μάσκα και πορευόμαστε για να μην φανεί ο πόνος μας. Κι όταν έρθει η ώρα να μιλήσουμε, απλά τρώμε. Τρώμε αυτά που δεν θέλουμε ή δεν μπορούμε να πούμε. Και δεν μπορούμε όχι γιατί δεν γνωρίζουμε τον τρόπο, αλλά διότι δεν έχουμε άλλη ανάσα. Το οξυγόνο μέσα μας στερεύει συνεχώς. Κι έτσι μέσα σ’ ένα τάπερ με μπισκότα, παραχωνιασμένο πίσω από τη βιβλιοθήκη, θαρρούμε ότι κρύβεται η μάσκα που θα μας δώσει μια ακόμα ανάσα για να προχωρήσουμε. Είμαστε αναγκασμένοι και μαθημένοι πια, να τρέχουμε έναν μαραθώνιο σε καθημερινή βάση. Όλη μας η ζωή απαρτίζεται από αμέτρητους μαραθωνίους. Χωρίς συνοδοιπόρο. Είμαστε τα παρατημένα αυγά σε μια φωλιά που όλοι προσπάθησαν να χαλάσουν. Κι όταν με κόπο σπάσαμε το τσόφλι, δεν βρέθηκε κανείς να μας μάθει να πετάμε. Μόνοι μας καταφέραμε, άλλος λίγο, άλλος περισσότερο, να ξεκολλήσουμε τα πόδια μας από το έδαφος. Πέσαμε, σηκωθήκαμε, σπάσαμε φτερούγες, χάσαμε δάχτυλα. Κάποιοι από εμάς ίσα που καταφέραμε να σηκωθούμε ένα εκατοστό από το χώμα. Κι όμως, άθλος ήταν για μας τούτο το τίποτα. Κατόρθωμα. Φουσκώσαμε τα φτερά μας και προσπαθήσαμε να νοιώσουμε για λίγο ελεύθεροι. Όμως μέσα μας πάντα ξέρουμε ότι ίσως να μην καταφέρουμε ποτέ να ατενίσουμε τον δικό σας ορίζοντα από ψηλά. Να ονειρευτούμε χωρίς όρια. Αφού μάθαμε απλά να χαιρόμαστε με το λίγο απ’ το τίποτα. Γιατί κανείς δεν βρέθηκε να μας πει ότι αυτό το λιγοστό είναι δικό μας. Το δικό μας κατόρθωμα. Χωρίς ώμο για στήριγμα, χωρίς ζεστή ανάσα πίσω μας.
Ακούστε την ιστορία μας. Το σώμα μας σας μιλά. Αν δεν θέλετε να το ακούσετε, αφήστε μας να ζήσουμε, σιωπηλά. Μην μας κρίνετε. Τι είναι αυτό που σας ενοχλεί τόσο; Η αλήθεια μας; Το γεγονός ότι χαλάμε την αισθητική σας όταν βγαίνουμε με το μαγιό στην παραλία; Μήπως ότι το σώμα μας δεν συμμορφώνεται στα όρια του χώρου που έχετε αποφασίσει ως «κανονικό»; Ή μήπως επειδή τελικά μέσα από αυτή την συμπεριφορά κρύβετε κι εσείς κάτι πιο βαθύ και ανείπωτο;
Ο Νίτσε είχε υποστηρίξει ότι ένας τρόπος ερμηνείας του χαρακτήρα ενός ανθρώπου είναι η παρατήρηση αυτών που επιλέγει να θαυμάζει. Πίστευε ότι αυτό που θαυμάζουμε δεν είναι τυχαίο. Είναι η αντανάκλαση των επιθυμιών μας, των απωθημένων μας, των κρυφών μας ελλείψεων. Επεσήμανε ότι οι θαυμασμοί, είναι εξομολογήσεις. Δεν δηλώνουν ποιοι είμαστε, αλλά ποιοι πιστεύουμε ότι δεν είμαστε ακόμη. Θεωρούσε ότι, για να διαβάσει κανείς την ψυχή ενός ανθρώπου, αρκεί να δει πού στρέφει το βλέμμα του. Ποιον υψώνει στα μάτια του, ποιον ζηλεύει σιωπηλά, ποιον μιμείται σαν να είναι φάρος. Και εδώ, ανάμεσα στους θαυμασμούς που φαίνονται πιο αθώοι, κρύβεται η πιο σκληρή μορφή αυτογνωσίας: ο θαυμασμός για την τελειότητα, η οποία στην πραγματικότητα είναι μια μορφή αμφιβολίας. Εκεί, στις σκιές της προσκόλλησης, αποκαλύπτονται οι δαίμονες που τον κυνηγούν και τα όνειρα που δεν τολμά να κυνηγήσει. Ο άνθρωπος που λατρεύει το τέλειο σώμα δεν θαυμάζει μόνο μια εικόνα· θαυμάζει μια υπόσχεση. Την υπόσχεση ότι το «εγώ» μπορεί να γίνει αρκετό, ότι το κενό μπορεί να γεμίσει, ότι η ύπαρξη μπορεί να αποκτήσει νόημα μέσα από μια επιφάνεια χωρίς ρωγμές. Η επιδίωξη της τελειότητας δεν είναι απλώς επιθυμία· είναι η μεταμόρφωση της έλλειψης του ιδανικού. Και αυτό που την καθιστά τόσο επικίνδυνη είναι ότι δεν εμφανίζεται ως ανάγκη, αλλά ως αρετή. Ο Νίτσε μας υπενθυμίζει ότι ο θαυμασμός δεν είναι απλώς θαυμασμός. Είναι αποκάλυψη. Είναι η κραυγή του ανεκπλήρωτου. Και όταν μάθεις να ακούς αυτή την κραυγή, θα βλέπεις πίσω από τις λέξεις και τις εικόνες. Θα διαβάζεις εκεί που οι άλλοι απλώς παρατηρούν.
Κι αναρωτιέμαι. Μήπως τελικά οι δικοί σας δαίμονες, τα δικά σας ανείπωτα, βαδίζουν σε δρόμους παράλληλους με τα δικά μας ανέκφραστα συναισθήματα, τον δικό μας βουβό πόνο; Μήπως η ανάγκη σας για την τελειότητα, είναι η προσπάθεια απόκρυψης των δικών σας θαμμένων ψυχικών ρωγμών; Τι τελικά αποκαλύπτεται μέσα από την ανάγκη της κοινωνίας για την τέλεια εικόνα και τον λιθοβολισμό όσων την διαταράσσουν και την ακυρώνουν; Η ανάγκη επιβολής του κοινώς αποδεκτού, ο φόβος της ατέλειας που οδηγεί στην αβεβαιότητα, η άρνηση του πεπερασμένου και του ανθρώπινου ; Όλα αυτά μαζί —και ίσως πολλά ακόμα— που κρύβονται μέσα στην ψυχή του καθενός μας.
Μέσα από αυτούς τους κρυμμένους φόβους όλων αυτών που καλύπτονται με το πέπλο του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης και μεταμορφώνονται σε προβολείς μιας φυλακής, που στόχο έχουν όχι να εντοπίσουν τους δραπέτες, μα να μην τους αφήσουν ούτε μια μικρή σκοτεινή γωνιά για να απομονωθούν και να μιλήσουν με τον βαθύ τους πόνο, αποκαλύπτεται μια ανάγκη για μεταμφίεση, όλων όσων καμώνονται τους τέλειους για να θαμπώσουν τις δικές του ανασφάλειες.
Στο δικαίωμα της δημοκρατικής έκφρασης και στην επιτακτική ανάγκη να ακουστεί η αλήθεια, συνυπάρχει η έννοια του θάρρους. Η ελευθερία του λόγου δεν είναι απλώς δικαίωμα, αλλά και δοκιμασία του ανθρώπου απέναντι στον φόβο και την κοινωνική πίεση. Με πυξίδα μου το θάρρος και λάβαρο τη δική μου ανάγκη, θα σας πω το προφανές. Εμείς τα παχουλά και δυσκίνητα σώματα, δεν διαφέρουμε από εσάς παρά μόνο στο ζύγι. Αν κάποια στιγμή είχαμε την τύχη και τη δύναμη να βρούμε ξανά την ελπίδα μας και να γίνουμε σαν κι εσάς – τους «κανονικούς», τους λεπτούς, τους γυμνασμένους, τους αδύνατους – θα βλέπατε ότι είμαστε οι ίδιοι άνθρωποι! Ναι! Όσο περίεργο, όσο απίστευτο κι αν φαντάζει, θα εξακολουθούμε να είμαστε εμείς. Θα είχαμε το ίδιο χαμόγελο – ίσως πιο πλατύ για την επιτυχία μας, θα πονούσαμε το ίδιο – επειδή συμπορευτήκαμε με τον πόνο, θα αγαπούσαμε το ίδιο – ίσως πια να αγαπούσαμε και τον εαυτό μας, θα κλαίγαμε το ίδιο – ίσως επειδή γνωρίζουμε καλά το δάκρυ. Το γευόμασταν πάντα σε κάθε μας μπουκιά. Ναι λοιπόν. Θα είμαστε οι ίδιοι άνθρωποι, με λιγότερο βάρος. Καθώς εκτός από τα κιλά μας θα πετούσαμε και τα βάρη που μας τραβούσαν πίσω. Αναρωτιέμαι ωστόσο, πόσο ίδιοι θα παραμένατε αν το τέλειο και αψεγάδιαστο σώμα σας άλλαζε προς το… χειρότερο. Αν έχανε την «τέλεια» μορφή του, πόση άραγε κρυμμένη δύναμη θα μπορούσατε να επικαλεστείτε για να ξεφύγετε από τους δαίμονές σας και να κυνηγήσετε το άπιαστο; Πόσο χώρο θα αφήνατε στο ατελές, ποια μάσκα θα μπορούσε να καλύψει τη μορφή σας και να της δώσει την χαμένη ανάσα; Πίσω από ποιους καθρέπτες θα κρύβατε το καταπραϋντικό συναίσθημα της ασφάλειας και με ποιο κλειδί θα φτάνατε μπροστά τους; Ποια εργαλεία θα επιστρατεύατε για να ακούσετε την «κραυγή» και να καταφέρετε να διαβάσετε πίσω από τις εικόνες, αυτό που λέει το «μέσα» σας; Ποιο «εγώ» θα ήταν πλέον αρκετό για να γεμίσει το κενό της ύπαρξής σας; Ίσως τότε, με πυξίδα σας την απόγνωση, τον φόβο για τον άγνωστο και πρωτόγνωρο εαυτό σας, αυτόν που τεχνηέντως κρύβατε πίσω από ένα γραμμωμένο και αψεγάδιαστο σώμα, ψάχνατε να βρείτε εμάς. Τα αδύναμα παχουλά ανθρωπάκια, που ξέρουν καλά να ακούν τους δαίμονες. Εμάς που γνωρίζουμε καλά τη γλώσσα τους και που ασθμαίνοντας κάτω από τα στρώματα λίπους και απελπισίας προσπαθούμε να τους ξεφύγουμε και τολμάμε να κυνηγήσουμε το όνειρο. Αυτό που εσείς θαρρείτε πως θα κατέχετε εσαεί. Εκείνο που εμείς πασχίζουμε να φτάσουμε.
Κι αν ακόμα δεν καταφέρουμε ποτέ να γίνουμε ελαφρύτεροι ούτε στο σώμα, ούτε στην ψυχή, σας λέμε με καμάρι ότι μέσα μας κρύβεται μια φύση τόσο λεπτεπίλεπτη, που κανένα γραμμωμένο σώμα δεν θα μπορέσει να τη φτάσει. Επειδή εμείς γνωρίζουμε ότι μέσα σε κάθε σώμα βρίσκεται μια ανθρώπινη ιστορία, μια ανείπωτη αλήθεια, που μας θυμίζει ότι η αξία δεν μετριέται σε γραμμές μυών αλλά στο θάρρος να ζούμε αυθεντικά.