Τώρα 25% έκπτωση σε όλες τις παραγγελίες και 3,-€ μεταφορικά!

Απόρριψη

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΣΤΗΝ ΑΠΩΛΕΙΑ

Η ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ Η ΕΜΦΥΛΗ ΒΙΑ ΣΤΗΝ ΑΤΟΣΣΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΑΒΗ ΕΝ ΚΑΙΡΩ ΠΟΛΕΜΟΥ

Του Πέτρου Λενούδια

Ο πόλεμος στην αρχαία ελληνική τραγωδία αποτελεί αποκλειστικό πεδίο ανδρικής δράσης και ηρωισμού, ενώ λειτουργεί ταυτόχρονα ως καταλύτης για την πλήρη αποδόμηση της γυναικείας ταυτότητας. Αντικείμενο της παρούσας εργασίας αποτελεί η μεταβολή της γυναικείας υπόστασης μέσα στη δίνη του πολέμου, εστιάζοντας σε δύο εμβληματικές βασιλικές μορφές, την Άτοσσα από τους Πέρσες του Αισχύλου (472 π.Χ.), και την Εκάβη στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη (περ. 424 π.Χ.). Η μελέτη μας θα εστιαστεί στη στοχευμένη επίθεση που δέχεται η γυναικεία ταυτότητα, ως μια μορφή έμφυλης βίας η οποία επιδιώκει την ολοκληρωτική, κοινωνική και πολιτική, εξουδετέρωσή της. Μελετώντας τη θέση της Judith Butler που αναφέρει ότι το φύλο συνιστά μια επιτελεστική πράξη που λαμβάνει χώρα υπό καθεστώς καταναγκασμού και συνιστά εν τέλει στρατηγική επιβίωσης, θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε, κάτω από ένα νέο πρίσμα τις συνθήκες των δύο βασιλισσών, όπου η έμφυλη βία εκδηλώνεται σε οριακές και εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες. Η βίαιη μετάβαση από τον θρόνο στην απώλεια ή τη δουλεία, απογυμνώνει την προηγούμενη κοινωνική τους αυτοτέλεια, αφήνοντας τα σώματά τους εκτεθειμένα σε μια νέα επισφαλή αυτοδιάθεση, συντελώντας στο πένθος. Μέσα από τη συγκριτική ανάλυση των δραματικών κειμένων θα διερευνήσουμε τη βασιλική ιδιότητα που αποδομείται και το γυναικείο υποκείμενο που μετατρέπει την οδύνη του σε πολιτική, σπαρακτική κραυγή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: Η Άτοσσα και η αποδόμηση της εξουσίας

Στους Πέρσες του Αισχύλου, η Άτοσσα αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση γυναικείας εξουσίας ακροβατώντας ανάμεσα στην πολιτική κυριαρχία και την ματαίωση. Η παρουσία της Άτοσσας στη σκηνή δηλώνει τη μητρική αγωνία και ταυτόχρονα εκπροσωπεί το πολιτικό σώμα της Περσίας που καταρρέει υπό το βάρος της πολεμικής ήττας. Η μεγαλειώδης είσοδος της Άτοσσας με το βασιλικό άρμα στην αρχή, σε αντιδιαστολή με την πεζή επάνοδό της αργότερα, επιβεβαιώνει την κατάργηση της βασιλικής της ιδιότητας. Την πτώση αυτή ομολογεί ρητά η ίδια η ηρωίδα, όταν επιστρέφει δηλώνοντας: «Γι’ αυτό ξαναήρθα απ’ το παλάτι μου, χωρίς χλιδή και δίχως όχημα όπως πριν».
Η δραματική αυτή αντίθεση, ανάμεσα στο άρμα και την πεζή παρουσία, συνιστά μια οπτική αποδόμηση της εξουσίας. Η Άτοσσα, αποχωριζόμενη το σύμβολο της βασιλικής της αίγλης, ενσαρκώνει τη συρρίκνωση της περσικής κυριαρχίας από το θεσμικό στο ανθρώπινο επίπεδο. Αυτή η σκηνική αντίθεση λειτουργεί και ως πρόδρομος για την είσοδο του Ξέρξη στο τέλος του έργου. Ο Ξέρξης, ο οποίος ξεκίνησε την εκστρατεία με το πιο λαμπρό άρμα, επιστρέφει όχι απλώς πεζός, αλλά με κουρέλια. Η αποδόμηση της Άτοσσας, λοιπόν, προετοιμάζει και προοικονομεί την απόλυτη συντριβή του γιου της.

Το όνειρο ως έμφυλη βία και υποταγή

Η πρώτη ρωγμή στην παντοδυναμία της Άτοσσας εμφανίζεται μέσα από το προφητικό της όνειρο, το οποίο λειτουργεί ως μια παραβολή έμφυλης βίας. Οι δύο γυναίκες που βλέπει η Άτοσσα, προσωποποιούν την Περσία και την Ελλάδα, παραπέμποντας σε γυναικεία σώματα που ο Ξέρξης επιχειρεί να ζέψει στο άρμα του και να ιδιοποιηθεί. Άλλωστε, ετυμολογικά η λέξη ζεύξη συνδέεται άμεσα με το ρήμα «ζεύγνυμι», το οποίο χρησιμοποιείται τόσο για την υποταγή των ζώων όσο και για τη γαμήλια ένωση («συζυγία»), υποδηλώνοντας ότι η πολιτική κυριαρχία βιώνεται εδώ ως ένας καταναγκαστικός γάμος.
Η μία γυναίκα (Περσία) υποτάσσεται στον ανδρικό ζυγό, «καμάρωνε με τούτη τη στολή κι άπλωνε στόμα υπάκουο στα γκέμια», ενώ η άλλη (Ελλάδα) αντιστέκεται και γκρεμίζει τον δυνάστη της: «κλώτσαγε, και ξαφνικά πιάνει και κομματιάζει με τα χέρια της όλα τα σύνεργα του δίφρου». Μέσα από αυτό το πρίσμα, ο πόλεμος παρουσιάζεται ως μια επιχείρηση καθυπόταξης του θηλυκού στοιχείου (γη, πατρίδα). Όπως επισημαίνει η Edith Hall, η γυναικεία προσωποποίηση των ηπείρων στο όνειρο και η προσπάθεια του Ξέρξη να τις χαλιναγωγήσει συνδέονται με την «ύβρη» της ζεύξης του Ελλησπόντου. Η πολιτική εισβολή κωδικοποιείται εδώ ως έμφυλη επιβολή, όπου ο τύραννος επιχειρεί να δαμάσει τη φύση και τη γη σαν να ήταν σώματα γυναικών. Η Άτοσσα είναι η μόνη που βλέπει και βιώνει τον τρόμο αυτής της έμφυλης αναμέτρησης πριν ακόμα πληροφορηθεί την έκβαση της μάχης.

Η βασιλική σκευή και η γυναικεία παρουσία ως πολιτική παρεκτροπή

Η πτώση της Άτοσσας κορυφώνεται με την είδηση της συντριβής του Ξέρξη. Η επιβεβλημένη ανάγκη της να προϋπαντήσει τον γιο της, φέρνοντάς του βασιλικά ενδύματα, αποτελεί μια ύστατη πολιτική πράξη με σκοπό να ανασυγκροτήσει την εικόνα της εξουσίας.
Σημαντικό είναι επίσης το γεγονός πως οι Αθηναίοι πολίτες αντιλαμβάνονταν την πόλη ως «μια κλειστή λέσχη ανδρών», ενώ η γυναικεία ανάμειξη στα κοινά αντιμετωπίζεται ως κίνδυνος για την πόλη. Η δημόσια εμφάνιση και ο πολιτικός λόγος της Άτοσσας αποτελούσαν δείγματα βαρβαρικού δεσποτισμού. Η Άτοσσα προσφωνείται από τους υπηκόους της «ἄνασσα Περσίδων ὑπερτάτη, ἄνασσα τῆσδε» και αυτό διότι η εξουσία της υφίσταται μόνο ελλείψει του Ξέρξη, λειτουργώντας αναπληρωματικά κατά την απουσία του.
Ωστόσο, η εξουσία αποδεικνύεται εύθραυστη. Μόλις χαθεί ο στρατός, η Άτοσσα χάνει αυτομάτως την πολιτική και βασιλική της υπόσταση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: Εκάβη: Η πτώση στη δουλεία και η πολιτική του μηδενισμού

Η Εκάβη του Ευριπίδη βιώνει την τετελεσμένη καταστροφή. Η περίπτωση της αποτελεί εξαίρετο παράδειγμα αποδόμησης της βασιλικής ιδιότητας. Η μετάβαση από τον θρόνο στη δουλεία είναι μη αναστρέψιμη. Η Εκάβη, αν και πρώην βασίλισσα, χάνει τα προνόμιά της και επικαλείται το γυναικείο συναίσθημα: «Αχ, κόρες μου, βοηθήστε με τη γερόντισσα. Κρατήστε με όρθια, την παλιά σας βασίλισσα τη σκλάβα τώρα».
Ο πόλεμος στερεί από τη βασίλισσα, όχι μόνο την εξουσία αλλά και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μετατρέπεται σε λάφυρο πολέμου, το ίδιο και η κόρη της η Πολυξένη. Γίνεται «άπολις» και έρημη, χάνοντας κάθε πολιτικό προνόμιο που της προσέφερε το βασίλειό της. Καθηλωμένη στο έδαφος, αναδεικνύεται πλέον σε αυτό που η Στέλλα Κουλάνδρου χαρακτηρίζει ως «αρχετυπική μορφή του πάσχοντος ανθρώπου», έναν ορισμό που, αν και διατυπώθηκε για τις Τρωάδες, αποδίδει εύστοχα την τραγική της υπόσταση και στην παρούσα τραγωδία.

2.1. Θυσία και εμπορευματοποίηση

Η έμφυλη βία στην Εκάβη δεν περιορίζεται στην αιχμαλωσία, αλλά επεκτείνεται στη φυσική εξόντωση της γενιάς της. Η θυσία της κόρης της, Πολυξένης, στον τάφο του Αχιλλέα, αποτελεί την κορύφωση της πατριαρχικής βαρβαρότητας, καθώς το παρθένο γυναικείο σώμα θυσιάζεται τιμώντας έναν άνδρα πολεμιστή.
Η γυναίκα εν τέλει δεν έχει δικαίωμα στη ζωή ή στο θάνατο και αποτελεί μέσο συναλλαγής, «medium of exchange». Τόσο η Εκάβη όσο και τα παιδιά της, θα μετατραπούν σε λάφυρα πολέμου, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά ότι κάθε γυναικεία ύπαρξη ορίζεται απόλυτα από την ανδρική εξουσία.

2.2. Η μετατροπή του θρήνου σε εκδίκηση

Σε αντίθεση με την Άτοσσα, η οποία παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν αξιοπρεπή θρήνο, η Εκάβη αντιδρά. Μπροστά στην προδοσία του Πολυμήστορα μετατρέπει το πένθος της σε άγρια εκδίκηση. Από θύμα γίνεται θύτης, τυφλώνοντας τον δολοφόνο του γιου της Πολύδωρου και σκοτώνοντας με τη βοήθεια των γυναικών της Τροίας τα δυο του παιδιά.
Αυτή η πράξη αποτελεί την τελική ρήξη με τη γυναικεία εικόνα της υποταγής. Ο πόλεμος την απογύμνωσε από τα πάντα, αλλά της άφησε τη δύναμη της απελπισίας. Η «σκύλα» της κατάρας του Πολυμήστορα, όπως της προφητεύει: «σκύλα θα γίνεις, φωτιές τα μάτια σου θα χύνουν», δεν είναι παρά η κραυγή της γυναίκας που, αφού έχασε την ανθρώπινή της ιδιότητα μέσω της ανδρικής βίας, επιστρέφει ως τιμωρός σε μια άγρια, ζωώδη φύση για να αποδώσει δικαιοσύνη εκεί που οι νόμοι των ανδρών αδυνατούν.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η συγκριτική μελέτη της Άτοσσας και της Εκάβης αποκαλύπτει και αναδεικνύει την κλιμάκωση της έμφυλης βίας στον πόλεμο. Και οι δύο είναι βασίλισσες και μητέρες, όμως διαφοροποιούνται οι απώλειές τους. Σε αυτές τις δύο περιπτώσεις λοιπόν, η βασιλική ιδιότητα αποδεικνύεται ένα εύθραυστο πολιτικό ένδυμα, εξαρτημένο από τη φυσική παρουσία του ανδρικού στοιχείου.
Όπως επισημάνθηκε, η έμφυλη βία προσλαμβάνει διττή υπόσταση. Στην περίπτωση της Άτοσσας, είναι δομική και ψυχολογική, αλλά εξίσου συντριπτική. Βιώνει τον τρόμο της γυναίκας που η ύπαρξή της εξαρτάται απόλυτα από την ανδρική ισχύ, μια βία που έχει ήδη εγγραφεί στο υποσυνείδητό της μέσα από τον εφιάλτη του ονείρου. Η ταπείνωση του Ξέρξη δεν πλήττει απλώς το γόητρο του γιου της, αποσαθρώνει την ίδια της την πολιτική ισχύ, μετατρέποντάς την από «ὑπερτάτη ἄνασσα» σε μια τρομαγμένη μητέρα που καλείται να διαχειριστεί το βάρος της δυναστικής ντροπής. Αντίθετα, στην περίπτωση της Εκάβης, το κράτος έχει πλέον καταλυθεί, η Τροία έχει καεί ολοσχερώς, η έμφυλη βία καθίσταται ολοκληρωτική και η βασίλισσα χάνει την ελευθερία της.
Η Άτοσσα, λοιπόν, ενσαρκώνει τον τρόμο της εξουσίας μπροστά στο φάσμα της κατάρρευσης, ενώ η Εκάβη αποτελεί τη ζωντανή απόδειξη της φρίκης που αφήνει ο πόλεμος.
Η αρχαία τραγωδία χρησιμοποιεί τις γυναικείες αυτές μορφές για να αποκαλύψει την σκληρότερη αλήθεια του πολέμου. Η νίκη ή η ήττα των ανδρών εγγράφεται πάνω στα σώματα των γυναικών. Η πενθούσα Άτοσσα και η Εκάβη της οδύνης συγκλίνουν σε ένα κοινό παρονομαστή: Ο πόλεμος τελικά, αν και αποτελεί ανδρική απόφαση, βιώνεται με τον πιο καταστροφικό τρόπο από τις γυναίκες.
Κοιτώντας πίσω τη διαδρομή των δύο αυτών γυναικών, γίνεται φανερό ότι η μελέτη τους υπερβαίνει τα όρια μιας απλής αρχαιογνωστικής αναδίφησης, καθώς οι μορφές αυτές αναδεικνύονται σε οικουμενικά και διαχρονικά αρχέτυπα της οδύνης. Σήμερα, σε ένα παγκόσμιο σκηνικό που φλέγεται από νέες συγκρούσεις, η τραγική ιστορία επαναλαμβάνεται: βλέπουμε καθημερινά σύγχρονες «Εκάβες» στους προσφυγικούς καταυλισμούς, γυναίκες που κατέστησαν βίαια απόλιδες, χάνοντας σπίτια και παιδιά. Παρατηρούμε γυναικεία σώματα σε εμπόλεμες ζώνες να στερούνται την αυτοδιάθεσή τους, να μετατρέπονται σε λάφυρα ή να εργαλειοποιούνται, αναβιώνοντας τη μοίρα της Πολυξένης και των Τρωαδιτισσών.
Το αρχαίο θέατρο λειτουργεί εν τέλει ως διαχρονικό κάτοπτρο, μας υπενθυμίζει ότι πίσω από κάθε ψυχρή γεωπολιτική ανάλυση και στατιστική πολέμου, υπάρχει πάντα το ανθρώπινο πρόσωπο και κυρίως, υπάρχει το γυναικείο σώμα που, από την αρχαιότητα έως σήμερα, καλείται να σηκώσει το βαρύτερο τίμημα της ιστορίας και της μνήμης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ελληνόγλωσση
Αισχύλος, Πέρσες (μετ. Παναγιώτης Μουλλάς), Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 1993.
Ευριπίδης, Εκάβη (μετ. Κώστας Τοπούζης), Εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1997.
Κουλάνδρου, Στέλλα, «Η ελληνική και η “βαρβαρική” ταυτότητα από τον Αισχύλο στον Ευριπίδη: Από τους Πέρσες στις Τρωάδες», Θεάτρου Πόλις 2 (2016), σ. 119-128.
Μαντάς, Κώστας, «Γυναίκα και πολιτική στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη», Αρχαιολογία και Τέχνες, 117 (2010), σ. 53-59.
Vidal-Naquet, Pierre, «Οι ασπίδες των ηρώων», στο Jean-Pierre Vernant & Pierre Vidal-Naquet, Μύθος και τραγωδία στην αρχαία Ελλάδα, τόμος Β΄ (μετ. Α. Τάττη), Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1991, σ. 139-178.

Ξενόγλωσση
Butler, Judith, «Performative Acts and Gender Constitution: An Essay in Phenomenology and Feminist Theory», Theatre Journal 40/4 (1988), σ. 519-531.
Case, Sue-Ellen, Feminism and Theatre, Reissued Edition, Palgrave Macmillan, Basingstoke 2008.
Hall, Edith, Inventing the Barbarian: Greek Self-Definition through Tragedy, Clarendon Press, Oxford 1989.
Taplin, Oliver, The Stagecraft of Aeschylus: The Dramatic Use of Exits and Entrances in Greek Tragedy, Clarendon Press, Oxford 1977.

Εγγραφή Newsletter

Εγγραφείτε και λάβετε πρώτοι ειδοποιήσεις και προσκλήσεις για τις πολιτιστικές μας εκδηλώσεις, για τις νέες εκδόσεις βιβλίων μας αλλά και για τις προσφορές μας.

Δεν στέλνουμε spam! Διαβάστε την πολιτική απορρήτου Πολιτική Απορρήτου μας για περισσότερες λεπτομέρειες.