ΟΤΑΝ ΕΠΙΖΗΤΑΣ ΤΟ ΔΙΚΙΟ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΑΔΙΚΕΙΣ
Πότε αλήθεια γράφουμε ένα ποίημα, ένα διήγημα; Όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως θα θέλαμε και η ζωή μοιάζει να μας έχει γυρίσει την πλάτη. Απεναντίας, όταν είμαστε καλά, πολύ δύσκολα θα αναζητήσουμε τις λέξεις, τις φράσεις για να εκφράσουμε λογοτεχνικά αυτό που νιώθουμε. Μυστήρια πράγματα!
Συνήθως αυτό που μας ωθεί να ξεπεράσουμε τη στατικότητα ή την παθητικότητα είναι η βαθιά πίστη ότι μας αδικούν. Δεν ανεχόμαστε την αδικία, ιδίως αν με το ξίφος της χαράσσει πάνω μας απωθητικά τατού. Αυτό είναι η λογοτεχνία. Η αποτύπωση μιας πλάνης, ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο με την καταγραφή της αλήθειας όπως εμείς την αντιλαμβανόμαστε. Ας μην αδικούμε όμως εαυτούς. Το γράψιμο είναι το βάλσαμο, καταπραΰνει τον πόνο αλλά δεν αγγίζει την αιτία. Μας κάνει όμως να νιώθουμε καλύτερα. Εμείς λοιπόν, οι άνθρωποι της λογοτεχνίας έχουμε το δικαίωμα, όταν ζητούμε την απόδοση του δικαίου να αδικούμε; Ασφαλώς όχι. Αν δεν θέλουμε να κατηγορηθούμε για διπροσωπία και υποκρισία, οφείλουμε να διεκδικήσουμε και για τους άλλους ό,τι μπορούμε να απολαύσουμε εμείς.
Ένα λογοτεχνικό κείμενο είναι δημιουργία, άρα πρέπει να υπακούει σε κανόνες αισθητικής, να έχει όμως και ουσιαστικό περιεχόμενο. Τι νόημα έχει το καλό αμπαλάζ, όταν από μέσα βοά το τέρας του επιφανειακού. Όταν πίσω από τη βιτρίνα, φιγουράρουν κουρέλια ποταπής φυσικά αξίας.
Πίσω όμως από ένα λογοτεχνικό κείμενο κρύβεται ένας άνθρωπος, ο συγγραφέας που μάχεται για το δίκαιο. Που λογικά έχει ενστερνιστεί τις αξίες της ισονομίας, της συλλογικότητας και του σεβασμού του άλλου. Και τι σημαίνει το χιλιοειπωμένο σέβομαι τον άλλον; Όλοι έχουν τις αντιλήψεις τους, αλλά αν θα θέλαμε να βρούμε τα κοινά σημεία, πρέπει πρώτα να βρούμε τους κώδικες συνεννόησης. Βασικός κανόνας, για να μπορέσει κάποιος να ανακαλύψει τι τον συνδέει με τον άλλον, είναι να αφαιρέσεις το περιτύλιγμα, την επικεφαλίδα και να προστρέξεις στη βάση, στην ουσία, στο περιεχόμενο.
Αν αφαιρέσω την εκκλησία από την πίστη, τα κόμματα από τις ιδεολογίες, τις ομάδες από το ποδόσφαιρο και ζητήσω από τον άλλο να μου περιγράψει τις επιλογές του, το πιο πιθανόν είναι να μπορέσω να καταλάβω αν και ποια σημεία μας ενώνουν. Για παράδειγμα. Πιστεύω στον Θεό, στον σοσιαλισμό και λατρεύω το ποδόσφαιρο. Δεν απαντώ στο ερώτημα, γιατί δεν μου τέθηκε ως ερώτηση, σε ποιον Θεό πιστεύω, ποιο κόμμα υποστηρίζω και ποια ομάδα. Ρωτώ λοιπόν: αποδεχόμαστε τον άλλον που πιστεύει σε άλλη θρησκεία; Που ντύνεται διαφορετικά, που έχει διαφορετικό σεξουαλικό ή επαγγελματικό προσανατολισμό; Που έχει άλλο χρώμα ή άλλη μόρφωση; Που είναι οπαδός άλλης ομάδας; Σέβομαι αυτόν που έχει ψεγάδια σωματικά ή ψυχικά; Αν η απάντηση είναι καταφατική, αυτά που μας ενώνουν είναι τόσα πολλά, που θα μπορούσαμε πια να μιλήσουμε απλά, για έναν κύκλο ανθρώπων με κοινές αξίες και κοινές ευαισθησίες.