ΟΙ ΑΓΕΡΑΣΤΟΙ
Της συγγραφέα μας και νηπιαγωγού Έλενας Αγγελοπούλου
Η εμμονή με τη νεότητα και ο φόβος του χρόνου…
Ζούμε σε μια εποχή στην οποία η εικόνα μας δεν είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο παρουσιαζόμαστε στους άλλους. Είναι σχεδόν ένα δεύτερο βιογραφικό μας. Το πρόσωπο, το σώμα, τα μαλλιά, το δέρμα, τα δόντια, η ηλικία, η φυσική κατάσταση, ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο «γερνάμε», έχουν γίνει αντικείμενα διαρκούς αξιολόγησης.
Δεν αρκεί πια να είμαστε καλά. Πρέπει και να φαινόμαστε καλά. Δεν αρκεί να μεγαλώνουμε. Πρέπει να μεγαλώνουμε «σωστά». Δεν αρκεί να ζούμε. Πρέπει να δείχνουμε ότι ζούμε μια ζωή που αξίζει να ζηλέψουν οι άλλοι. Κάπου εδώ, όμως, αρχίζει μια βαθύτερη, εσωτερική διερεύνηση. Γιατί πίσω από την εμμονή με την εικόνα μας δεν κρύβεται πάντοτε η ματαιοδοξία. Πολύ συχνά ελλοχεύει ο φόβος. Ο φόβος της απόρριψης. Ο φόβος της γήρανσης. Ο φόβος ότι δεν είμαστε πια αρκετά ελκυστικοί. Ότι χάνουμε την αξία μας, όταν το σώμα μας αλλάζει, όταν φθείρεται. Ο φόβος ότι, αν σταματήσουμε να «διορθώνουμε» τον εαυτό μας, οι άλλοι θα πάψουν να μας θέλουν.
Και τότε η βελτίωση της εικόνας μας μπορεί να μετατραπεί από επιλογή σε ανάγκη, από φροντίδα σε εμμονή, από αισθητική παρέμβαση σε έναν αέναο αγώνα εναντίον του χρόνου. Το παράδοξο είναι ότι, όσο περισσότερο προσπαθούμε να εξαλείψουμε τα σημάδια του χρόνου, τόσο περισσότερο μπορεί να παγιδευόμαστε στην επίγνωσή του. Κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, όχι για να δούμε ποιοι είμαστε, αλλά για να εντοπίσουμε τι πρέπει ακόμη να διορθώσουμε. Κι έτσι, ο καθρέφτης, αντί να μας επιστρέφει την εικόνα μας, αρχίζει να μας επιστρέφει τις ανασφάλειές μας.
Υπάρχει, όμως, και η κοινωνική διάσταση του ζητήματος. Τα κοινωνικά δίκτυα συχνά διαμορφώνουν μια εξιδανικευμένη εικόνα της πραγματικότητας, μέσα από την οποία συγκρίνουμε τη δική μας καθημερινότητα με τις επιλεγμένες στιγμές της ζωής των άλλων. Φωτογραφίες επεξεργασμένες, τέλεια πρόσωπα και σώματα με την εφαρμογή διαφόρων φίλτρων, ηλικίες σχεδόν «αμφισβητούμενες».
Η φυσική φθορά του ανθρώπου, που κάποτε αποτελούσε αυτονόητο κομμάτι της ύπαρξής του, παρουσιάζεται πλέον ως προσωπική αδυναμία. Κι αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο μήνυμα: ότι η μεγάλη ηλικία είναι αδυναμία, ότι η ρυτίδα είναι πρόβλημα, ότι η χαλάρωση του δέρματος είναι αμέλεια, ότι το ώριμο σώμα χρειάζεται συνεχή «διόρθωση». Κατά συνέπεια, λοιπόν, ότι ο άνθρωπος πρέπει διαρκώς να αγωνίζεται για να γίνει μια «βελτιωμένη έκδοση» του εαυτού του. Μόνο που ο άνθρωπος δεν είναι εφαρμογή κινητού για να χρειάζεται συνεχώς update.
Όμως υπάρχει εδώ και κάτι ακόμη βαθύτερο: ένα υπαρξιακό ζήτημα. Κάποια στιγμή, όσο κι αν προσπαθούμε να διαχειριστούμε και να βελτιώσουμε την εικόνα μας —να μείνουμε αγέραστοι— η πραγματικότητα έρχεται να μας θυμίσει ότι το ανθρώπινο σώμα δεν είναι αιώνιο. Ότι η ζωή έχει τα όριά της. Και ίσως αυτό που πραγματικά μας τρομάζει να μην είναι τόσο το ότι θα γεράσουμε, όσο το να συνειδητοποιήσουμε ότι ο χρόνος περνά χωρίς να μπορούμε να τον σταματήσουμε.
Έτσι, πολλές φορές, κάνουμε επιλογές και μπαίνουμε σε διαδικασίες που δεν αποσκοπούν μόνο στο να ομορφύνουμε την εικόνα μας. Εκείνο που, ασυνείδητα, προσπαθούμε να κάνουμε, είναι να καθυστερήσουμε το αναπόφευκτο. Να πείσουμε τον εαυτό μας ότι έχουμε ακόμη χρόνο. Ότι μπορούμε να ξαναφτιάξουμε το πρόσωπο, το σώμα, την εικόνα μας, ίσως ακόμη και την ίδια μας τη ζωή.
Όμως, στην πραγματικότητα, η αληθινή ζωή δεν βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια όμορφη εικόνα που καταφέρνουμε να διατηρήσουμε πάση θυσία. Βρίσκεται στην πορεία μας και σε όσα έχουμε ζήσει. Στις σχέσεις που δημιουργήσαμε. Στους ανθρώπους που αγαπήσαμε. Στα πράγματα που τολμήσαμε. Στις στιγμές που δεν φωτογραφίσαμε ποτέ. Στα βράδια που δεν ανεβάσαμε στα social. Στις ατέλειες που τελικά έγιναν μέρος της προσωπικής μας ιστορίας.
Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο να μην είναι να εγκαταλείψουμε την επιθυμία να φροντίζουμε τον εαυτό μας. Ούτε να δαιμονοποιήσουμε την αισθητική, την ιατρική ή οποιαδήποτε παρέμβαση αντιγήρανσης. Η φροντίδα του εαυτού μας μπορεί να είναι μια συνειδητή επιλογή, μια πράξη αγάπης προς το σώμα μας και όχι απαραίτητα μια άρνηση της ηλικίας μας.
Το ερώτημα εστιάζεται αλλού: «Ποιον ακριβώς προσπαθούμε να πείσουμε, όταν αλλάζουμε την εικόνα μας; Τους άλλους ή τον ίδιο μας τον εαυτό;» Γιατί υπάρχει μια λεπτή, αλλά τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «φροντίζω τον εαυτό μου» και στο «δεν αντέχω τον εαυτό μου έτσι όπως είναι». Και ίσως αυτή να είναι η πιο σημαντική συζήτηση που πρέπει να κάνουμε σήμερα. Όχι για το πόσο μπορούμε να παρέμβουμε στην εμφάνισή μας, αλλά για το γιατί επιλέγουμε να το κάνουμε.
Διότι το πραγματικό ζητούμενο για τον άνθρωπο σήμερα δεν πρέπει να είναι η τέλεια εικόνα στον καθρέφτη, αλλά η δύναμη να σταθεί απέναντί του και να πει: «Αυτός είμαι. Με τις αλλαγές μου, με τις ρυτίδες μου, με τις ατέλειές μου, με τα σημάδια του χρόνου επάνω μου. Και όσο είμαι ακόμη εδώ, θέλω να ζω πραγματικά — και όχι να κυνηγώ την ψευδαίσθηση μιας τέλειας εικόνας».
Ίσως αυτή να είναι, τελικά, η μεγαλύτερη αντίσταση στην εποχή της εμμονικής, πολλές φορές, βελτίωσης της εικόνας μας: να συμφιλιωθούμε με την ιδέα ότι δεν μπορούμε να δείχνουμε για πάντα αγέραστοι.

Φωτο από magnific
Αν σας άρεσε το κείμενο της Έλενας, μπορείτε να βρείτε εδώ το παιδικό βιβλίο ΟΘΩ-Ν-ΙΤΣΑ της ίδιας, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις μας