Τώρα 25% έκπτωση σε όλες τις παραγγελίες και 3,-€ μεταφορικά!

Απόρριψη

ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΜΑΓΙΚΗ: 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ

Τρισεύγενη Γ. Γκοτσίνου

Το διήγημα απέσπασε έπαινο από την Εταιρία Τεχνών Επιστήμης & Πολιτισμού Κερατσινίου – Λογοτεχνικός Διαγωνισμός 2025.
“Μια πόλη μαγική, Ξάνθη – 100 χρόνια από τη γέννηση του Μάνου”

Η Λήδα περπατά στο σοκάκι απολαμβάνοντας τη γλύκα του φθινοπωρινού ήλιου, συνάμα αναζητά το μέρος & τη στιγμή που θα κλέψει τη ματιά της για να αποτυπωθεί στο φιλμάκι της φωτογραφικής της μηχανής. Ξάφνου μια αγαπημένη μελωδία διακόπτει τη σιγαλιά του μεσημεριού. Η Λήδα χαμογελά και σιγοψιθυρίζει όσο το βήμα της γοργά πλησιάζει προς το μέρος απ’ όπου ακούγεται το πιάνο. «Μια πόλη μαγική ζούμε μαζί και οι δυο αγαπημένοι…» Εμπρός της αποκαλύπτεται μια σωστή αρχόντισσα του 19ου αιώνα, ένα διώροφο κτήριο από πέτρα και ξύλο που κρατά ζωντανή την ιστορία του τόπου γεφυρώνοντας σεβαστικά το σήμερα με τα χρόνια που έφυγαν…

Η Λήδα σηκώνει το βλέμμα της ψηλά, «Λαογραφικό Μουσείο Ξάνθης» αναγράφεται στην ταμπέλα ενώ από το ανοιχτό παράθυρο του πρώτου ορόφου σκορπίζεται η μουσική του Μάνου σαγηνεύοντας τους λιγοστούς διαβάτες.
Η Λήδα σπρώχνει απαλά την σκαλιστή καγκελόπορτα του μουσείου. Την ίδια στιγμή το φύσημα του απηλιώτη, απότομο και αυθάδικο σαν ακάλεστος μουσαφίρης, στροβιλίζει στον αέρα μια παρέα χρυσοκίτρινων φύλλων που κείτονται πλάι στο σιδερένιο ποδόμακτρο. Η Λήδα απολαμβάνει τον ιδιότυπο χορό τους προς τον ουρανό. Aπ’ το σοκάκι ακούγεται θόρυβος από οπλές αλόγου… Παραξενεμένη γυρνά το βλέμμα της, βλέπει μια άμαξα που ζυγώνει. Μια ψιλόλιγνη κυρία πλησιάζει, ανεβαίνει τα μαρμάρινα σκαλοπάτια της εισόδου και της χαμογελά προσπερνώντας την. Η Λήδα αφήνεται στη γοητεία της ματιάς και της αριστοκρατικής της αύρας… μια ανεξήγητη παρόρμηση την ωθεί να βαδίσει στο κατόπι της.
Η είσοδος του αρχοντικού αντάξια της εξωτερικής αίγλης. Ένας πορσελάνινος πολυέλαιος και το ξύλινο, σκαλιστό ταβάνι αποτελούν αδιαμφισβήτητα ένα πολυτελές καλωσόρισμα. Στην μαρμάρινη επιφάνεια της σερβάντας η κυρία ακουμπά το βελούδινο καπέλο παίρνοντας μια βαθιά ανάσα για να νιώσει το άρωμα από το χαρμάνι του καφέ που αναδύεται καθώς ακούγεται ο μεταλλικός ήχος του κουταλιού να λικνίζεται στο μπακιρένιο μπρίκι. Χτυπά το κουδουνάκι υπηρεσίας, σημάδι πως έχει επιστρέψει, και κατευθύνεται στον επάνω όροφο. Τα τακούνια της κυρίας πατούν ρυθμικά τα ξύλινα σκαλοπάτια ενώ το μακρύ φόρεμά της τα αγγίζει ένα ένα όσο εκείνη ανεβαίνει για να μπει στην τραπεζαρία.
Το αποτύπωμα της μπελ επόκ παρόν, έντονο & ηχηρό! Η Λήδα κρυφοκοιτά το χώρο όσο η κυρία περιμένει να σερβιριστεί. Ολόγυρα υπάρχουν υπέροχες τοιχογραφίες, εντυπωσιακής συμμετρίας σχέδια στην οροφή, περίτεχνα σκαλίσματα στα έπιπλα, βελούδινες λεπτομέρειες στη διακόσμηση μα και χρυσάνθεμα στις ανθοστήλες που κοσμούν τις γωνιές του δωματίου. Η κοπέλα της υπηρεσίας περνά αθόρυβα πλάι στη Λήδα κρατώντας τον ασημένιο δίσκο. Ένας μοσχομυρωδάτος καφές, γλυκό του κουταλιού και λικέρ βύσσινο. Η κυρία ρίχνει τη ματιά της έξω από το παράθυρο, ο απηλιώτης συνεχίζει την απρόσμενη επίσκεψή του κάνοντας τις φυλλωσιές του δέντρου της αυλής να φλυαρούν αδιάκοπα. Πίνει μια γουλιά καφέ και ανοίγει το δερματόδετο ημερολόγιό της. Παραμερίζει απαλά τον μεταξωτό σελιδοδείκτη, βυθίζει τον κοντυλοφόρο στο μελανοδοχείο και με αξιοθαύμαστη καλλιγραφία σημειώνει:
«Σήμερον είχον την απρόσμενον χαρά να παρευρίσκομαι εις την οικία Χατζιδάκι. Η σύζυγος αυτού, η προσφιλής μου Αλίκη, εγέννησε υιόν υγιέστατο και ευειδή! Το όνομα αυτού Μάνος! Ξάνθη, 23 Οκτωβρίου 1925»


Η Λήδα παρατηρεί την κυρία δίχως να γνωρίζει τι ακριβώς σημειώνει και κυρίως δίχως να έχει αντιληφθεί πως το φύσημα του απηλιώτη που ένιωσε πρωτύτερα την έχει παρασύρει σε ένα αλλιώτικο ταξίδι στο χρόνο! Η κυρία σηκώνεται και πλησιάζει τον μπουφέ. Επάνω στη μαρμάρινη επιφάνειά του στέκει ένα μεγάλο ραδιόφωνο. Ξύλο καλογυαλισμένο με στρογγυλεμένες άκρες, ένα καντράν με τη βελόνα των συχνοτήτων και μια ψαθωτή επιφάνεια μέσα από την οποία ξεπηδούν μουσικές και λόγια… εύθυμοι σκοποί και συγκινητικές αφηγήσεις… η αποτύπωση της επικαιρότητας και η παρουσίαση θεατρικών διαλόγων προς τέρψη των ακροατών. Αγγίζει το μεταλλικό κουμπί και απαλά το γυρνά για να συντονιστεί με την απογευματινή, μουσική εκπομπή. Χαμογελά ευχαριστημένη καθώς οι νότες με έναν τρόπο μαγικό καταφέρνουν να γεμίζουν την τραπεζαρία. Πλησιάζει προς το παράθυρο, ρίχνει το βλέμμα της στο δέντρο της αυλής που τραμπαλίζεται ακούραστα από τον άνεμο και στην ξύλινη αποθηκούλα που στέκει πλάι…
Χτυπά το καμπανάκι και το κορίτσι της υπηρεσίας εμφανίζεται ξανά. Η Λήδα την ακούει να δίνει οδηγίες για τη μεταφορά ενός μικρού μπαούλου από την αποθήκη. «Είναι όλα τους εξαιρετικής ποιότητος υφάσματα, εκ Βενετίας προερχόμενα. Τα διάλεξα με προσοχή στο τελευταίο ταξίδι μου!», εξηγεί στο κορίτσι κι εκείνη με ένα νεύμα υπακούει και κατευθύνεται προς την αυλή. Η κυρία από το παράθυρο την επιβλέπει κρατώντας το ημερολόγιό της ανά χείρας. Επαναλαμβάνει φωναχτά τις προτάσεις που έγραψε ενώ η Λήδα εμφανώς εντυπωσιασμένη συνειδητοποιεί πως έχει μεταφερθεί στο 1925… Ο αμαξάς είναι έτοιμος, το μπαουλάκι έχει φορτωθεί και η κυρία κατεβαίνει τις σκάλες αδημονώντας να επιστρέψει στην οικία Χατζηδάκη. «Αφού κανείς δεν αντιλαμβάνεται την παρουσία μου, θα ακολουθήσω ξανά την κυρία!…», συλλογίζεται η Λήδα σπεύδοντας να επιβιβαστεί πλάι στον αμαξά.
Σε λίγα λεπτά η άμαξα σταματά μπροστά από ένα άλλο αρχοντικό εξίσου όμορφο! Εντυπωσιακά παράθυρα, σκαλιστές λεπτομέρειες στις κολώνες των ορόφων και μπαλκονάκια με περίτεχνα κάγκελα στολίζουν τις προσόψεις του κτηρίου. Η κυρία κατεβαίνει, χτυπά το ρόπτρο και βγαίνει μια κοπέλα υπηρεσίας για να παραλάβει το μπαουλάκι και να την συνοδεύσει στο εσωτερικό της οικίας. Η Λήδα σαν αερικό, ακολουθεί και μπαίνει στο αρχοντικό απαρατήρητη. Η τοιχογραφία της οροφής την αφήνει κυριολεκτικά άφωνη! «Ακολουθείστε με παρακαλώ, η κυρία μετά χαράς θα σας δεχθεί για να σας ευχαριστήσει προσωπικώς για τον κόπο και τα δώρα σας.», εξηγεί το κορίτσι και γνέφει στην κυρία να την ακολουθήσει στο δεύτερο πάτωμα.
Η Λήδα νιώθει ξαφνικά ένα ρίγος και μια συστολή να την κυριεύει. Αποφασίζει να μην ενοχλήσει το νεογέννητο και τις δυο γυναίκες σε μια τόσο ιδιαίτερη στιγμή, σε μια τόσο δική τους στιγμή. Διακριτικά παραμένει στον 1ο όροφο αποφασίζοντας να ξεναγηθεί στα δωμάτιά του. Βγαίνει στην μεγάλη βεράντα και παρατηρεί όλο το κέντρο της πόλης. Αναλογίζεται τη ζωή των ανθρώπων που εκτυλίσσεται στα σοκάκια της πόλης, στα αρχοντικά που θωρεί τριγύρω μα και στα απλά σπίτια… πώς να ήταν η καθημερινότητα 100 χρόνια πριν;… οι αγωνίες τους;…τα γλέντια τους;…οι σχέσεις αναμετάξυ τους;… Ξαφνικά ακούει την ίδια μελωδία που σκορπιζόταν από το αρχοντικό της κυρίας, αυτό που σήμερα στεγάζει το λαογραφικό μουσείο της πόλης. «Σαν πέσει η σκοτεινιά η αναπνοή μου θα σμίξει με τ’ αγέρι…», μουρμουρίζει και κατευθύνεται προς το δωμάτιο όπου βρίσκεται το πιάνο. Από την μισάνοιχτη πόρτα κοιτάζει διστακτικά αντικρίζοντας το μαρτώ* να πάλλεται και να σκορπίζει τις νότες ολόγυρα. Πλησιάζει θέλοντας να δει τον πιανίστα…μα το κάθισμα είναι άδειο, μονάχα μια καλαίσθητη αφίσα κείται στη δερμάτινη επιφάνειά του: «Μουσικός Οκτώβρης Δήμου Ξάνθης-100 χρόνια από τη γέννηση του Μάνου»

Μαρτώ: τμήμα του πιάνου που μεταφέρει την κίνηση από το πλήκτρο στη χορδή