Τώρα 25% έκπτωση σε όλες τις παραγγελίες και 3,-€ μεταφορικά!

Απόρριψη

Από το αρχικό κείμενο του Ρουχολά Ραμεζανί, νικητή του Βραβείου Bechtel για το 2026*

Πηγή: The teachers’ and writers’ magazine

Αυτό που χαρτογραφεί αυτό το διορατικό και οξύνοο δοκίμιο του Ραμεζανί, είναι ένας τρόπος να είμαστε παρόντες, να συντονίσουμε την οπτική μας σε αυτό που βρίσκεται αμέσως μπροστά μας: μια κούπα καφέ, ένα μπουκάλι νερό ή ένα φούτερ. Η φαινομενολογία δεν είναι μια καινοτόμα έννοια, αλλά η εφαρμογή της σε μια συγκεκριμένη πράξη μετατρέπει την εμπειρία της θέασης, της αίσθησης και της γραφής σε μια εμπειρία μεταμορφωτική.

Αυτό το κείμενο μας υπενθυμίζει την απλή αλλά ριζοσπαστική ιδέα ότι πρέπει να προσέχουμε τα πράγματα όπως εμφανίζονται, πριν τα εξηγήσουμε. Να παρατηρούμε πράγματα που δεν είχαμε παρατηρήσει ποτέ πριν: τον τρόπο που η οθόνη ενός τηλεφώνου αντανακλά αμυδρά το πρόσωπό τους, σαν φάντασμα· τον τρόπο που ένα μεταλλικό φερμουάρ γίνεται πιο ζεστό όσο περισσότερο το αγγίζεις· τον τρόπο που τα φύλλα ενός τετραδίου δημιουργούν έναν απαλό, χάρτινο άνεμο όταν τα ξεφυλλίζεις. Υπάρχουν πολλά να θαυμάσει κανείς μέσα στη σιωπή, στη συνειδητοποίηση ότι ακόμη και τα συνηθισμένα αντικείμενα είναι ζωντανά, παλλόμενα και εξαιρετικά. Αυτό το δοκίμιο μας θυμίζει ότι μπορούμε να γίνουμε μάρτυρες δίνοντας την προσοχή μας.

«Όταν ζήτησα από τους μαθητές μου της Β’ Λυκείου στο μάθημα της ποίησης να γράψουν για μια κούπα καφέ, αρκετοί από αυτούς αναστέναξαν. Είχαν εκπαιδευτεί, από χρόνια σχολικών εργασιών αλλά και από λεζάντες στο Instagram, να πιστεύουν ότι η γραφή ξεκινά με κάτι “σημαντικό”: μια ερωτική απογοήτευση, ένα τραύμα, την αγάπη, την αδικία. Μια κούπα φαινόταν μικρή, τετριμμένη, ανάξια ποίησης. Αλλά όταν τους ζήτησα να την περιγράψουν χωρίς να χρησιμοποιήσουν το όνομά της, τη λειτουργία της ή ούτε ένα αφηρημένο επίθετο, η αίθουσα σιώπησε με έναν τρόπο που σπάνια συμβαίνει σε μια σχολική τάξη. Τα μολύβια έμειναν μετέωρα. Οι μαθητές έσκυψαν πάνω από τα θρανία τους. Κάποιος ψιθύρισε: “Αυτό είναι δύσκολο”.

Αυτή η δυσκολία ήταν και το ζητούμενο.

Αυτό που εξελίχθηκε τις επόμενες έξι εβδομάδες έγινε αυτό που οι μαθητές μου ονόμασαν αργότερα “Ενότητα Γυμνού Αντικειμένου”, ένα φαινομενολογικό εργαστήριο ποίησης που μεταμόρφωσε τον τρόπο που έβλεπαν τη γλώσσα, τη γραφή και τους εαυτούς τους ως συγγραφείς. Δεν ήταν ένα πλήρως σχεδιασμένο πρόγραμμα σπουδών. Πρόεκυψε από μια στιγμή παιδαγωγικής απελπισίας. Δίδασκα σε ένα δημόσιο λύκειο όπου οι μαθητές ήταν ικανοί, περίεργοι και βαθιά αποστασιοποιημένοι από την ποίηση. Η γραφή τους είχε ροή αλλά ήταν κενή· ήταν γεμάτη με λέξεις όπως αγάπη, λύπη, μνήμη, ταυτότητα και πόνος, κι όμως περίεργα αποκομμένη από τη βιωμένη εμπειρία. Μου έλεγαν τι σημαίνουν τα πράγματα αντί να μου δείχνουν πώς τα αισθάνονται.

Χρειαζόμουν έναν τρόπο να διακόψω αυτή τη συνήθεια.

Στράφηκα, ίσως απροσδόκητα, στη φαινομενολογία, τη φιλοσοφική παράδοση που ξεκινά με την απλή αλλά ριζοσπαστική ιδέα ότι πρέπει να προσέχουμε τα πράγματα όπως εμφανίζονται πριν τα εξηγήσουμε. Ο Έντμουντ Χούσερλ ονόμασε αυτή την πρακτική εποχή: την παρενθετοποίηση (παράμεριση) αυτών που νομίζουμε ότι γνωρίζουμε, προκειμένου να συναντήσουμε το ίδιο το πράγμα. Αναρωτήθηκα τι θα συνέβαινε αν δίδασκα την ποίηση με αυτόν τον τρόπο. Λόγω του υποβάθρου μου, ήμουν ήδη εξοικειωμένος με τη φαινομενολογία και έπρεπε απλώς να θέσω τις βασικές της αρχές σε εφαρμογή στην τάξη της ποίησης.

Η βασική άσκηση που έθεσα, ήταν απατηλά απλή. Κάθε μαθητής διάλεξε ένα συνηθισμένο αντικείμενο από την τάξη ή τη σχολική του τσάντα: ένα μπουκάλι νερό, ένα φούτερ, μια ραγισμένη οθόνη κινητού, ένα μολύβι φαγωμένο από τα δόντια. Πριν γράψουν ούτε μία γραμμή ποίησης, έπρεπε να φτιάξουν αυτό που ονομάσαμε “Λίστα των Όχι”. Απαγορευόταν να χρησιμοποιήσουν:

  • το όνομα του αντικειμένου
  • τη λειτουργία του
  • την προσωπική του ιστορία
  • αφηρημένα επίθετα (όπως όμορφο, λυπητερό, σημαντικό, άχρηστο)

Αυτή ήταν η δική μας εκδοχή της εποχής. Αφαιρώντας τις συντομεύσεις της γλώσσας, οι μαθητές αναγκάστηκαν να έρθουν αντιμέτωποι με το πόσο πολύ η γραφή τους βασιζόταν σε έτοιμα νοήματα.

Στη συνέχεια ήρθε η “Λίστα των Είναι”. Εδώ οι μαθητές έγραψαν μόνο όσα εμφανίζονταν στις αισθήσεις τους: πώς το φως χτυπούσε το αντικείμενο, πώς προέβαλλε αντιστάσεις ή υποχωρούσε στο άγγιγμα, πώς άλλαζε καθώς το παρατηρούσαν. Μιλήσαμε για τον ορίζοντα —το σημείο όπου το αντικείμενο συνάντησε τον αέρα— και για τον χρόνο: τη συμπύκνωση των υδρατμών που γλιστρούσε σε ένα μπουκάλι, τη ζεστασιά που ξεθώριαζε από ένα μανίκι, τη σκόνη που κατακάθιζε σε μια οθόνη.

Μόνο μετά από περίπου 10 γεμάτα λεπτά σιωπηλής παρατήρησης άρχισαν να γράφουν τα ποιήματά τους, οκτώ έως 12 στίχους, χρησιμοποιώντας μόνο το υλικό από τη “Λίστα των Είναι”. Χωρίς παρασκήνιο. Χωρίς ετικέτες. Μόνο αντίληψη.

Τα πρώτα προσχέδια ήταν αμήχανα και ηλεκτρισμένα. Ένας μαθητής, γράφοντας για ένα ζευγάρι γυαλιά, παρήγαγε στίχους όπως: “Δύο λεπτά φεγγάρια πιέζουν το πρόσωπό μου / αφήνοντας μικρά αποτυπώματα θερμότητας”. Μια άλλη, περιγράφοντας ένα φούτερ, έγραψε: “Μια σκοτεινή σπηλιά που μυρίζει όπως την περασμένη εβδομάδα / κρατά τα χέρια μου σε μια απαλή σκιά”. Δεν προσπαθούσαν να γίνουν ποιητικοί. Προσπαθούσαν να είναι ακριβείς.

Για πολλούς, ήταν η πρώτη φορά που ένιωσαν ότι η ποίηση μπορούσε να αναδυθεί μέσα από την παρατήρηση παρά μέσα από την επιτέλεση.

Στην αρχή, οι μαθητές ένιωθαν εκνευρισμό. Ήθελαν να εξηγήσουν τι σήμαινε το αντικείμενο. Ήθελαν να μου πουν για το πρόσωπο που τους το χάρισε, τη ανάμνηση που συνδεόταν με αυτό, το συναίσθημα που κουβαλούσε. Αλλά όσο εμμέναμε στον περιορισμό, κάτι άλλαξε. Άρχισαν να παρατηρούν πράγματα που δεν είχαν παρατηρήσει ποτέ πριν: τον τρόπο που η οθόνη ενός τηλεφώνου αντανακλά αμυδρά το πρόσωπό τους, σαν φάντασμα· τον τρόπο που ένα μεταλλικό φερμουάρ γίνεται πιο ζεστό όσο περισσότερο το αγγίζεις· τον τρόπο που τα φύλλα ενός τετραδίου δημιουργούν έναν απαλό, χάρτινο άνεμο όταν τα ξεφυλλίζεις.

Θυμάμαι έναν από τους μαθητές μου να λέει: “Νιώθω σαν να ήμουν πραγματικά εκεί μαζί του”. Ένας άλλος, που σπάνια μιλούσε στην τάξη, έμεινε μετά το κουδούνι για να μου πει: “Δεν ήξερα ότι μπορείς να γράψεις για κάτι χωρίς να πεις τι είναι. Μοιάζει με μια μυστική γλώσσα”.

Οι μαθητές άρχισαν να βλέπουν ότι η ανάγνωση και η γραφή δεν ήταν ξεχωριστές πράξεις.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, οι μαθητές άρχισαν να αναγνωρίζουν τις δικές τους συνήθειες: την τάση να βιάζονται προς το συναίσθημα, να κρύβονται πίσω από μεγάλες λέξεις, να αποφεύγουν το συγκεκριμένο. Άρχισαν επίσης να αναπτύσσουν φωνές που βασίζονταν στην αντίληψη παρά στην επίδειξη. Μπορούσαν να εμπιστευτούν ότι αν κοίταζαν αρκετά βαθιά, η γλώσσα θα ερχόταν».

Πριν μπορέσεις να πεις μια ιστορία, πρέπει να συναντήσεις έναν κόσμο με μία αντίληψη που δεν είναι παθητική.

*Αυτό το βραβείο απονέμεται σε δοκίμιο που περιγράφει μια διδακτική εμπειρία, έργο ή δραστηριότητα δημιουργικής γραφής η οποία επιδεικνύει καινοτομία στη διδασκαλία του αντικειμένου. Το Βραβείο Bechtel πήρε το όνομά του από τη Λουίζ Σίμαν Μπέχτελ, η οποία ήταν επιμελήτρια, συγγραφέας, συλλέκτρια παιδικών βιβλίων και εκπαιδευτικός. Ήταν το πρώτο άτομο που ηγήθηκε τμήματος παιδικού βιβλίου σε αμερικανικό εκδοτικό οίκο. Ως εκ τούτου, αντιμετώπισε την παιδική λογοτεχνία με σοβαρότητα, βοήθησε στη θεμελίωση του πεδίου και υπήρξε ακάματη υποστηρίκτρια της σημασίας της λογοτεχνίας στη ζωή των νέων. Αυτό το βραβείο τιμά την κληρονομιά της.

Κεντρική φωτογραφία: charlesdeluvio (Unsplash)

Εγγραφή Newsletter

Εγγραφείτε και λάβετε πρώτοι ειδοποιήσεις και προσκλήσεις για τις πολιτιστικές μας εκδηλώσεις, για τις νέες εκδόσεις βιβλίων μας αλλά και για τις προσφορές μας.

Δεν στέλνουμε spam! Διαβάστε την πολιτική απορρήτου Πολιτική Απορρήτου μας για περισσότερες λεπτομέρειες.