ΌΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Απόσπασμα από την υπό έκδοση νουβέλα από τις εκδόσεις “Κομνηνός” του Θοδωρή Κούκρα
Ήμουν 14 χρονών όταν τη γνώρισα. Εκείνη δεν ξέρω πόσο ήταν. Ίσως ήταν 20, ίσως 25, μπορεί και 30. Δεν μ’ ένοιαζε πόσο χρονών ήταν. Άλλωστε, τι σημασία είχε; Για γάμο δεν σκεφτόμουν. Όσο και να ήταν, εγώ την έβλεπα μεγάλη.
Πάντα μου άρεσαν τα μεγάλα πράγματα. Ίσως γιατί μεγάλωσα σε έναν μικρό κόσμο. Ή καλύτερα, σ’ έναν κόσμο γεμάτο μικρούς ανθρώπους.
Το καφενείο μας, που ήταν ταυτόχρονα ταβέρνα, ουζερί και παντοπωλείο, υπήρξε το σύμπαν μου. Εκεί έτρωγα, εκεί διάβαζα, εκεί δούλευα. Εκεί, μέσα στις μυρωδιές απ’ τον καφέ, μεγάλωσα. Στο σπίτι πηγαίναμε μόνο για ύπνο.
Άκουγα τους μεγάλους να μιλούν για τον πόλεμο, για την οικογένεια, για την αγάπη. Μιλούσαν για τους συγγενείς τους, για τους φίλους τους, για τους γείτονές τους. Κάποιοι αποκαλούσαν ο ένας τον άλλον «αδελφικό φίλο». Δεν καταλάβαινα τότε τι σημαίνει αυτό, αλλά ακουγόταν σαν κάτι πολύ ισχυρό και συνάμα τρυφερό. Ηχούσε όμορφα στ’ αυτιά μου.
Κι όμως, αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι τσακώνονταν. Έβλεπα αδέρφια να μην μιλιούνται, να κακολογούν ο ένας τον άλλον, φίλους να βρίζονται, συγγενείς να κάθονται σε ξεχωριστά τραπέζια. Άκουγα λόγια μεγάλα κι έπειτα έβλεπα πράξεις μικρές. Άλλο έλεγαν, άλλο έκαναν. Ήξεραν το σωστό αλλά έκαναν το λάθος. Ήταν μπερδεμένο όλο αυτό μέσα στο μικρό μου μυαλό. Κι όσο κι αν προσπαθούσα να το καταλάβω, δεν τα κατάφερνα. Μόνο θυμό ένιωθα. Θυμό, γιατί κάθε μέρα έλεγαν τα ίδια, γκρίνιαζαν για τα ίδια και τίποτα δεν άλλαζαν.
Ο ίδιος γκαϊλές (λαϊκή τουρκικής προέλευσης λέξη –gaile– που σημαίνει το έντονο στρες, το βάσανο, την αγωνία, τον νταλκά, ή το πρόβλημα που απασχολεί έντονα κάποιον.
Το ίδιο έκανε και η μάνα μου. Γι’ αυτήν στεναχωριόμουν πάρα πολύ. Της έλεγα «γιατί δεν τ’ αλλάζεις;» Εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για εκείνη, αφού εκείνη δεν έκανε τίποτα για τον εαυτό της. Όπως και κανένας δεν μπορεί να βοηθήσει κάποιον να κάνει κάτι αν εκείνος δεν θέλει να αλλάξει.
Αργότερα, μεγαλώνοντας, κατάλαβα πως την ευθύνη, για τις μεγάλες αλλαγές στη ζωή τους οι άνθρωποι την είχαν εναποθέσει στον Θεό και στους πολιτικούς. Περίμεναν κάποιον από έξω να αλλάξει τα πράγματα γι’ αυτούς και να τους κάνει ευτυχισμένους. Πίστευαν ακόμα και στον χρόνο. Έδιναν ευχές χωρίς να είναι πρόθυμοι να τις πραγματώσουν. Έλεγαν: «Άντε, ο καινούριος χρόνος να μας φέρει εκείνο, να μας φέρει το άλλο». Λες και ο χρόνος ήταν ένα βαπόρι που κουβαλούσε πράγματα που όταν θα τα άνοιγαν, θα έβρισκαν μέσα όλα εκείνα που εύχονταν και επιθυμούσαν.