ΓΙΑ ΜΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ
Της Γεωργίας Μπουζέα*
Η δική μου συμμετοχή στην παρουσίαση του βιβλίου “Η Δημοκρατία ως δημουργία” έχει, ίσως, μια διαφορετική αφετηρία. Συμμετέχω ταπεινά, ως ένας μέσος πολίτης. Ως ένας άνθρωπος που παρατηρεί όσα συμβαίνουν γύρω του, που ανησυχεί, που προβληματίζεται, που θέτει ερωτήματα, χωρίς να ισχυρίζεται ότι έχει όλες τις απαντήσεις. Και ίσως αυτή ακριβώς να είναι η δική μου θέση μέσα σε αυτό το συλλογικό έργο. Να καταθέσω τους προβληματισμούς ενός πολίτη για τη Δημοκρατία που βιώνουμε, αλλά και για τη Δημοκρατία που θα θέλαμε να δημιουργήσουμε. Άλλωστε, ίσως η Δημοκρατία να αρχίζει ακριβώς από εκεί… Από τη στιγμή που ο πολίτης αποφασίζει ότι η φωνή του έχει θέση στον δημόσιο διάλογο.
Όχι επειδή είναι ειδικός. Αλλά επειδή είναι πολίτης. Και με αυτή τη σκέψη θα ήθελα να ξεκινήσω.
Όταν μιλάμε για Δημοκρατία, συνήθως ξεκινάμε από τα δικαιώματά μας.
Από το δικαίωμα να ψηφίζουμε. Να μιλάμε. Να διαφωνούμε. Να διεκδικούμε.
Θα ήθελα, όμως, απόψε να ξεκινήσω από την άλλη πλευρά της λέξης. Όχι από το δικαίωμα. Από την ευθύνη.
Γιατί ίσως η μεγαλύτερη κρίση της Δημοκρατίας σήμερα δεν είναι μόνο ότι οι πολίτες αισθάνονται πως δεν ακούγονται.
Είναι και ότι, πολλές φορές, έχουμε συνηθίσει να στεκόμαστε απέναντι στη Δημοκρατία σαν να είναι κάτι που οφείλουν να μας παρέχουν κάποιοι άλλοι.
Η κυβέρνηση. Οι πολιτικοί. Το κράτος. «Το σύστημα».
Κι εμείς;
Εμείς πού βρισκόμαστε μέσα σε αυτή τη Δημοκρατία;
Είμαστε πολίτες ή είμαστε απλώς ψηφοφόροι;
Αυτό είναι, νομίζω, ένα από τα βασικά ερωτήματα που βρίσκονται πίσω από το κείμενό μου στο συλλογικό αυτό βιβλίο.
Γιατί υπάρχει μια μεγάλη αντίφαση στην εποχή μας.
Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε τόσα μέσα για να επικοινωνούμε, να ενημερωνόμαστε, να οργανωνόμαστε, να εκφράζουμε δημόσια τη γνώμη μας.
Και όμως, μοιάζει εξαιρετικά δύσκολο να μετατρέψουμε αυτή τη φωνή σε σταθερή πολιτική αλλαγή.
Το έχουμε δει πολλές φορές.
Οι πλατείες γεμίζουν.
Οι άνθρωποι κατεβαίνουν στους δρόμους.
Η αγανάκτηση γίνεται συλλογική.
Για λίγο, αισθανόμαστε ότι κάτι μετακινείται.
Και ύστερα;
Ύστερα οι πλατείες αδειάζουν.
Και πολύ συχνά επιστρέφουμε στην ίδια πραγματικότητα.
Το είδαμε πολλές φορές, στην Ελλάδα και διεθνώς.
Το είδαμε στους Αγανακτισμένους.
Το είδαμε με τα Κίτρινα Γιλέκα.
Και το ζήσαμε με έναν ιδιαίτερα οδυνηρό τρόπο στην Ελλάδα μετά την τραγωδία των Τεμπών.
Χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους ζητώντας δικαιοσύνη, διαφάνεια, λογοδοσία.
Και εδώ γεννιέται για μένα ένα κρίσιμο ερώτημα.
Τι συμβαίνει την επόμενη ημέρα;
Πώς η αγανάκτηση γίνεται συμμετοχή;
Πώς η διαμαρτυρία αποκτά συνέχεια;
Πώς η φωνή της πλατείας φτάνει στους θεσμούς και παραμένει εκεί;
Γιατί η οργή μπορεί να κινητοποιήσει.
Αλλά η οργή από μόνη της δεν μπορεί να θεσμοθετήσει.
Μπορεί να γίνει ένα μεγάλο κύμα. Να σηκωθεί, να δυναμώσει, να παρασύρει βεβαιότητες.
Αλλά αν δεν δημιουργήσει δομές, αν δεν μεταφραστεί σε συμμετοχή, αν δεν αποκτήσει διάρκεια, κάποια στιγμή το κύμα υποχωρεί.
Και το σύστημα παραμένει.
Γι’ αυτό στράφηκα και στην Αθηναϊκή Δημοκρατία.
Όχι από νοσταλγία.
Και ασφαλώς όχι επειδή μπορούμε ή πρέπει να αντιγράψουμε ένα πολίτευμα δυόμισι χιλιάδων ετών.
Άλλωστε, η αρχαία Δημοκρατία είχε σοβαρούς αποκλεισμούς που σήμερα είναι αδιανόητοι.
Υπήρχε όμως στον πυρήνα της μια ιδέα που αξίζει να ξανασκεφτούμε.
Ο πολίτης δεν ήταν απλώς κάτοικος της πόλης.
Ήταν συμμέτοχος και συνυπεύθυνος για τη μοίρα της.
Η Δημοκρατία δεν ενεργοποιούνταν μία φορά κάθε λίγα χρόνια.
Ήταν καθημερινή πράξη.
Και ίσως αυτή να είναι μια από τις σημαντικότερες παρακαταθήκες της.
Ότι η πολιτική δεν είναι υπόθεση κάποιων άλλων.
Είναι και δική μας υπόθεση.
Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται για μένα η ουσία της φράσης.
Η Δημοκρατία είναι δικαίωμα συμμετοχής, αλλά είναι και υποχρέωση συμμετοχής.
Γιατί είναι εύκολο να απαιτούμε καλύτερους πολιτικούς.
Το δύσκολο ερώτημα είναι:
Εμείς είμαστε καλύτεροι πολίτες;
Ενημερωνόμαστε;
Ακούμε την αντίθετη άποψη;
Συμμετέχουμε;
Ελέγχουμε εκείνους που εκλέγουμε;
Ζητάμε λογοδοσία;
Ή εμφανιζόμαστε κάθε τέσσερα χρόνια μπροστά σε μια κάλπη, παραδίδουμε ουσιαστικά εν λευκώ την ευθύνη και ύστερα στεκόμαστε απέναντι από το κράτος σαν να μην έχουμε καμία σχέση μαζί του;
Δεν πιστεύω, βέβαια, ότι αρκεί να πούμε στον πολίτη, «Συμμετείχε».
Πρέπει και η ίδια η Δημοκρατία να του δώσει χώρο για να συμμετέχει.
Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η μεγάλη πρόκληση.
Και αν με ρωτούσατε ποια μπορεί να είναι η απάντηση, θα έλεγα ότι δεν υπάρχει μία μαγική λύση.
Υπάρχει όμως μια κατεύθυνση.
Και εδώ θέλω να είμαι ξεκάθαρη.
Για μια Δημοκρατία διαρκούς συμμετοχής
Προτείνω να περάσουμε από τη Δημοκρατία της ανάθεσης σε μια Δημοκρατία διαρκούς συμμετοχής.
Δεν εννοώ να καταργήσουμε την αντιπροσωπευτική Δημοκρατία.
Εννοώ να την ενισχύσουμε. Να την κάνουμε περισσότερο συμμετοχική.
Να δημιουργήσουμε σταθερούς θεσμούς που θα επιτρέπουν στον πολίτη να είναι παρών όχι μόνο την ημέρα των εκλογών και όχι μόνο όταν βγαίνει στον δρόμο για να διαμαρτυρηθεί.
Να είναι παρών και ανάμεσα στα δύο.
Τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό στην πράξη;
Περισσότερες και ουσιαστικότερες συνελεύσεις πολιτών.
Ισχυρότερες μορφές τοπικής και δημόσιας διαβούλευσης.
Αξιοποίηση της τεχνολογίας, όχι μόνο ως χώρου σχολιασμού ή αντίδρασης, αλλά ως πραγματικού εργαλείου συμμετοχής στη διαμόρφωση αποφάσεων.
Και, βέβαια, πραγματική λογοδοσία των εκλεγμένων αντιπροσώπων.
Γιατί συμμετοχή χωρίς λογοδοσία δεν αρκεί.
Όταν ο πολίτης αισθάνεται ότι κανείς δεν λογοδοτεί, σταδιακά παύει να εμπιστεύεται.
Και όταν πάψει να εμπιστεύεται, αποσύρεται.
Και όταν αποσύρεται ο πολίτης, η Δημοκρατία μπορεί να εξακολουθεί να λειτουργεί τυπικά — αλλά αρχίζει να αδειάζει από το ουσιαστικό της περιεχόμενο.
Και υπάρχει ακόμη μία προϋπόθεση, ίσως η σημαντικότερη απ’ όλες.
Η παιδεία.
Γιατί κανένας θεσμός συμμετοχής δεν μπορεί να λειτουργήσει πραγματικά χωρίς πολίτες που έχουν μάθει να συμμετέχουν.
Δεν μπορούμε να ζητάμε ενεργούς πολίτες, αν δεν μαθαίνουμε στους ανθρώπους από μικρή ηλικία τι σημαίνει να είσαι πολίτης.
Και πολιτική παιδεία δεν σημαίνει να διδάσκουμε στα παιδιά τι να πιστεύουν ή τι να ψηφίζουν.
Το ακριβώς αντίθετο.
Σημαίνει να τα μαθαίνουμε να σκέφτονται.
Να ελέγχουν την πληροφορία.
Να αμφισβητούν.
Να επιχειρηματολογούν.
Να ακούν.
Και —ίσως το δυσκολότερο απ’ όλα— να μπορούν να διαφωνούν χωρίς να χρειάζεται να εξοντώσουν τον συνομιλητή τους.
Γιατί η Δημοκρατία δεν απαιτεί να συμφωνούμε.
Απαιτεί να μπορούμε να συνυπάρχουμε μέσα στη διαφωνία.
Και σε μια εποχή όπου ο δημόσιος λόγος γίνεται ολοένα πιο επιθετικός, όπου εύκολα χωριζόμαστε σε στρατόπεδα, ίσως αυτή η ικανότητα της αξιοπρεπούς διαφωνίας να είναι από μόνη της μια βαθιά δημοκρατική πράξη.
Γι’ αυτό και πιστεύω ότι η εκπαίδευση δεν είναι απλώς ένας ακόμη θεσμός του κράτους.
Είναι το εργαστήριο μέσα στο οποίο μπορεί να δημιουργηθεί ο αυριανός πολίτης.
Ένας πολίτης ενημερωμένος.
Κριτικός.
Ελεύθερος.
Αλλά και υπεύθυνος.
Και θα ήθελα να κλείσω επιστρέφοντας στις πλατείες.
Οι κοινωνίες μας δεν είναι σιωπηλές.
Οι άνθρωποι φωνάζουν.
Διαμαρτύρονται.
Διεκδικούν.
Οι πλατείες εξακολουθούν να γεμίζουν.
Άρα, ίσως το πρόβλημά μας δεν είναι ότι χάσαμε τη φωνή μας.
Το πρόβλημα είναι τι κάνουμε μετά τη φωνή.
Πώς μετατρέπουμε τη διαμαρτυρία σε διάρκεια.
Την αγανάκτηση σε ευθύνη.
Το αίτημα σε θεσμό.
Το «εγώ» σε «εμείς».
Και τον ψηφοφόρο σε πολίτη.
Ίσως τελικά αυτή να είναι και η μεγάλη πρόκληση της Δημοκρατίας σήμερα.
Να δημιουργήσουμε θεσμούς που θα μας επιτρέπουν να παραμένουμε παρόντες στη δημόσια ζωή όχι μόνο όταν θυμώνουμε, όχι μόνο όταν ψηφίζουμε, όχι μόνο όταν οι πλατείες είναι γεμάτες.
Αλλά και την επόμενη ημέρα.
Και τη μεθεπόμενη.
Ακόμα κι όταν οι πλατείες αδειάζουν.
Γιατί η Δημοκρατία δεν είναι κάτι που απλώς κληρονομήσαμε.
Δεν είναι κάτι που απλώς απαιτούμε από τους άλλους.
Είναι κάτι που δημιουργούμε μαζί.
Και ίσως γι’ αυτό η Δημοκρατία δεν είναι μόνο δικαίωμά μας.
Είναι και η ευθύνη μας.
- Η ομιλία της Γεωργίας Μπουζέα στο «Εν Αιθρία», στη συζήτηση-παρουσίαση του συλλογικού βιβλίου «Η Δημοκρατία ως δημιουργία» των εκδόσεων Κομνηνός.