Τώρα 25% έκπτωση σε όλες τις παραγγελίες και 3,-€ μεταφορικά!

Απόρριψη

Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

Καλή Παναγιωτοπούλου*

Ο φόβος με είχε κυριεύσει. “Είναι σίγουρα η τελευταία μου μέρα”, της είπα. “Νιώθω ότι σήμερα θα πεθάνω. Το νιώθω. Τι θα κάνουμε;”
Άρχισα πανικόβλητος να ψάχνω πού θα μπορούσα να κρυφτώ για να μην με βρουν. Δίσταζα. Φοβόμουν τον πόλεμο. Κανονικά θα έπρεπε να βγω και να πολεμήσω. Για τις αξίες, τα ιδανικά μου, την ελευθερία μου.

Κοίταξα κάτω από το κρεβάτι. Υπήρχε μια περίεργη εσοχή που αν κατάφερνα να χωθώ μέσα, με λίγη τύχη ίσως και να μην με έβρισκαν. Προσπάθησα να μπω από κάτω να δω αν χωράω.

«Κρύψου καλά», μου είπε. «Όσους βρίσκουν, ακόμα και αν πιστεύουν ότι είναι νεκροί, τους μπήζουν το μαχαίρι στη ραχοκοκαλιά και τους κόβουν στα δυο». Ανατρίχιασα ολόκληρος! Ένιωσα τον πανικό να με κυριεύει. Σχεδόν ένιωσα το μαχαίρι στο κορμί μου.
Την επόμενη στιγμή θυμάμαι να είμαι με κόσμο σε ένα δωμάτιο, μικρό σαν κουτί. Ίσα που χώραγε δυο κρεβάτια και ένα τραπέζι για τα αποφάγια που μας πέταγαν. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε και μια λάμπα υγραερίου για φως. Νερό πουθενά. Κάτι μεταλλικούς κουβάδες μόνο πεταγμένους στο πάτωμα να περιμένουν την βροχή που περνάει το τρύπιο ταβάνι για να γεμίσουν.
Άκουσα φωνές έξω από την πόρτα. Διστακτικά άνοιξα και είδα κάτι ένστολους να πετάνε μαύρες σακούλες στην αυλή. Ήταν τα ρούχα μου και τα ρούχα των υπολοίπων. Όχι όλα. Ευτυχώς δεν μου κράτησαν τα χοντρά, σκέφτηκα. Τουλάχιστο θα έχω κάτι για να ζεσταίνομαι.
Ο ουρανός ήταν γκρίζος, μουντός και μελαγχολικός. Ούτε δείγμα ήλιου, ούτε δείγμα ελπίδας. Τα ουρλιαχτά των αδέσποτων σκυλιών, που μάλλον ένιωθαν την ανησυχία χωρίς να καταλαβαίνουν ακριβώς τι συμβαίνει, ήταν το μόνο που έσπαγε τη νεκρική σιγή που επικρατούσε. Σα να περίμεναν όλοι βουβά τον θάνατο.
«Προχώρα», μου άρπαξε το χέρι και άρχισε να τρέχει δυτικά.
«Πού πάμε», της ψιθύρισα. «Πάλι εσύ; Μα ποια είσαι;»
«Σσσσσσσ, θα μας ακούσουν. Προχώρα, θα τα μάθεις όλα σε λίγο».
Φτάσαμε στην είσοδο μιας εγκαταλελειμμένης μονοκατοικίας, κρυμμένη πίσω από κάτι πελώρια χορτάρια, ακούρευτα εδώ και χρόνια. «Από δω. Έλα». Άνοιξε την πόρτα, αφού κοίταξε προσεχτικά ότι δεν μας παρακολουθούν και μπήκαμε στο προαύλιο το οποίο θύμιζε σκηνικό από άλλη εποχή. Λουλούδια και χρώματα παντού. Αρώματα, μουσική και χαρούμενες φάτσες μικρών παιδιών να τρέχουν δεξιά και αριστερά.
«Πού είμαστε; Τι είναι εδώ;»
«Εδώ είναι ο χαμένος παράδεισος», μου είπε χαμογελώντας.
«Ο χαμένος παράδεισος», επανέλαβα. Κάπου, κάτι είχα ξανακούσει γι’ αυτόν. Σίγουρα. Αλλά τι;
Για πρώτη φορά την παρατήρησα. Ήταν τόσο όμορφη. Ίσως το πιο όμορφο πλάσμα που είχα δει στα τριάντα χρόνια της ζωής μου. Η αντίθεση της κάτασπρης επιδερμίδας της με τα κατάμαυρα μαλλιά και μάτια της, την έκαναν να φωτίζει ακόμα και με τα κουρέλια που φόραγε.
«Στάσου, μην με αφήνεις μόνο μου πάλι».
«Δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα εδώ», μου είπε. «Θα επιστρέψω, μάλλον». Μου χάιδεψε στοργικά το μάγουλο και σε μια στιγμή εξαφανίστηκε.
Όπου και αν βρισκόμουν, ήταν πολύ καλύτερα από τον κόσμο έξω από αυτή την πόρτα. Τουλάχιστο κάτι θύμιζε από την παλιά μου ζωή. Αυτή, πριν μας υποτάξουν και μας σκλαβώσουν. Πριν μας αφαιρέσουν το δικαίωμα να ζούμε ελεύθερα. Πριν μας στερήσουν κάθε ελπίδα για μια καλύτερη ζωή.
«Μαργαρίτα», της φώναξα καθώς τη διέκρινα ανάμεσα στο πλήθος να μιλάει με κάτι συνομήλικά της αγόρια.

«Μαργαρίτα μου ζεις; Είσαι καλά;» Την άρπαξα και την αγκάλιασα όσο πιο σφιχτά μπορούσα.

«Σιγά Στέφανε. Με πονάς. Καλά είμαι. Εσύ όμως δεν δείχνεις και πολύ καλά. Πάλι τα ίδια;»
«Ποια ίδια; Τι εννοείς; Είναι έξω από αυτή την πόρτα και σίγουρα θα έχουν πάρει είδηση ότι λείπουμε και θα μας ψάχνουν. Μήπως να κρυφτούμε; Ποια είναι αυτή που μας έφερε εδώ»;
Με πήρε από το χέρι και με τράβηξε παραπέρα.
«Πόσο καιρό έχεις να πάρεις τα χάπια σου πάλι;»
«Ποιο χάπι Μαργαρίτα, τι λες; Τι σου έκαναν; Πάμε να φύγουμε, πάμε να κρυφτούμε».

Ένιωσα και πάλι τον ίδιο φόβο να με κυριεύει μέχρι που η Μαργαρίτα με έπιασε ήρεμα από το χέρι και μου είπε. «Πάμε σπίτι μας».
Στον δρόμο για το σπίτι όλα έδειχναν διαφορετικά. «Πού πήγαν;», τη ρώτησα.
«Έφυγαν. Και θα κάνουν καιρό να γυρίσουν. Θα φροντίσω εγώ να μην ξαναέρθουν. Θα σε προσέχω εγώ αδελφέ μου», είπε και έσφιξε το χέρι της που κρατούσε το δικό μου.
«Δεν καταλαβαίνω», της είπα και ένιωσα μια γαλήνη να με κυριεύει. Βυθίστηκα στον ύπνο.
Πρέπει να κοιμόμουν πολλές ώρες. Ίσως και μέρες. Ένιωθα το κορμί μου μουδιασμένο και τον λαιμό μου στεγνό.
«Μαργαρίτα», της ψιθύρισα για να μην την τρομάξω, καθώς την είχε πάρει ο ύπνος στο προσκεφάλι μου.
«Είσαι καλύτερα;» με ρώτησε.
«Καλά αισθάνομαι, μόνο διψάω πολύ. Γιατί με ρωτάς»;
Η Μαργαρίτα μου χαμογέλασε και ρώτησε αν ήθελα να φάω κάτι.
Της έγνεψα καταφατικά.
«Καλώς ήρθες και πάλι στον χαμένο παράδεισο», μου είπε και με φίλησε στο μέτωπο.
«Χαμένος παράδεισος», επανέλαβα. «Κάτι μου θυμίζει. Μου το λες συχνά».

*Καλή Παναγιωτοπούλου

  • Ονομάζομαι Καλή, Κάλι ή Πορτοκάλι, όπως συνηθίζουν να με λένε αυτοί που με γνωρίζουν καλά. Ίσως γιατί μου αρέσει να γεύομαι και να απολαμβάνω κάθε στιγμή αυτού του πλανήτη! Γεννήθηκα αλλού, μεγάλωσα αλλού και ζω αλλού. Αγαπώ τις ατελείωτες συζητήσεις με καλή παρέα, τα όνειρα, τα ταξίδια να ράβω και να γράφω.
    Έχω κάνει στο παρελθόν σεμινάρια δημιουργικής γραφής διηγήματος και παραμυθιού και προσπαθώ όταν βρίσκω χρόνο να επενδύω όλο και περισσότερο σε αυτό.
    Θεωρώ ότι η ζωή πρέπει να είναι συνεχόμενη έμπνευση για δημιουργία και όνειρα αλλιώς δεν έχει πλάκα!

Εγγραφή Newsletter

Εγγραφείτε και λάβετε πρώτοι ειδοποιήσεις και προσκλήσεις για τις πολιτιστικές μας εκδηλώσεις, για τις νέες εκδόσεις βιβλίων μας αλλά και για τις προσφορές μας.

Δεν στέλνουμε spam! Διαβάστε την πολιτική απορρήτου Πολιτική Απορρήτου μας για περισσότερες λεπτομέρειες.