ΣΕ ΠΟΙΑ ΠΟΛΗ ΜΑΣ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΖΟΥΜΕ;

Πηγή: ΤΑ ΝΕΑ
Το συνέδριο για την Αθήνα φώτισε πολλές πλευρές της πρωτεύουσας και μου δίνει την ευκαιρία να καταθέσω κάποιες δικές μου απόψεις.
Ο κυρίαρχος ρόλος των [μεγαλου]πόλεων στην ποιότητα της ζωής των κατοίκων της είναι κρίσιμος, καθώς το μέγεθος, η πυκνότητα, οι δραστηριότητες συχνά επηρεάζουν τις συμπεριφορές των ανθρώπων.
Σήμερα η πόλη-μηχανή, όπου άπαντες ευημερούν, η γεωμετρικά και ισόπλευρα ανεπτυγμένη πόλη, η πολιτισμικά ομοιογενής πόλη ανήκουν στο παρελθόν. Οταν, μάλιστα, η πόλη έχει προκύψει από μία άναρχη αστικοποίηση και προωθεί ένα «γιγαντισμό» έξω από τα μέτρα του ανθρώπου [ουρανοξύστες, πύργοι κ.λπ.], τότε η «ζωντανή πόλη» βρίσκεται σε κίνδυνο.
Από την «πόλη-βιβλίο» του Βίκτωρος Ουγκώ [la ville est un livre] φτάσαμε στην πόλη-φρούριο [λόγω ανασφάλειας]. Ούτε οι λεωφόροι, ούτε οι πλατείες, ούτε οι δρόμοι είναι πλήρως ελεύθεροι χώροι. Εικόνες εξαθλίωσης, εγκληματικότητας [πορνεία, ναρκωτικά κ.λπ.], βρωμιά και δυσωδία ρύπων και σκιές ανθρώπων-φαντασμάτων, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο «ανάσας». Ο υπερασπίσιμος χώρος για πολλούς κατοίκους περιορίζεται σε λίγα τετραγωνικά, δίχως αυλή και κήπο, δίνοντας την αίσθηση «εντοιχισμένων» νεο-νομάδων.
Οι αλάνες έγιναν πολυκατοικίες, οι πολυκατοικίες στεγάζουν supermarket, τα supermarket συμπληρώνονται με πολυώροφα γκαράζ και τα γκαράζ διαφημίζουν ινστιτούτα ανάνηψης [sic] για τους έχοντες αναπνεύσει πολλά καυσαέρια. Μόνον οι εκκλησίες, τα μουσεία και κάποια επώνυμα ιδρύματα διατηρούν ακόμα την αρχιτεκτονική τους υπερηφάνεια. Τα άλλα κτίρια μοιάζει να έχουν γονατίσει κάτω από το βάρος των ενοχών τους.
Κοινωνία χωρίς φυσικό [και ψυχικό] «ελεύθερο χώρο» [espace franc] απέναντι στον τεχνητό χώρο των φωτεινών καταστημάτων, των πολυτελών γραφείων κ.λπ., χώρο που συνδυάζει τον προσωπικό χρόνο, τον επαγγελματικό χρόνο και τον κοινωνικό χρόνο, σιγοπεθαίνουν. Δεν νοείται «η κουλτούρα της πόλης» να χάνεται μέσα στην απομόνωση, τον φόβο και τον αποκλεισμό. Αν από τη μία οι μουσικοί του δρόμου προσπαθούν να επανακτήσουν τον δρόμο, από την άλλη οι νεανικές συμμορίες κάνουν το ίδιο με την καθημερινή βία της επιβίωσης.
Οι γενικευμένες απειλές για μία διαρκή θυματοποίηση, η ανωνυμία κα η απουσία κοινωνικού ελέγχου, η διάκριση ανάμεσα στον ευρύ ιδιωτικό χώρο «των άλλων» και τον ελάχιστο «κοινό χώρο» δεν επιτρέπουν ανάπτυξη μορφών κοινωνικής αλληλεγγύης ανάμεσα στους «χαμένους», αφού και μεταξύ τους γίνεται πόλεμος για το λίγο οξυγόνο που τους απομένει.
Αυτό έχει προβληματίσει τους δήθεν «αριστερούς» δημάρχους;
ΥΓ. Η βία στις πόλεις και η βία των πόλεων πρέπει ν’ ανησυχήσουν τους αρμόδιους υπουργούς [Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης] για να εντοπίσουν αφενός τους εγκληματογενείς άξονες της πόλης κι αφετέρου τους εύκολους στόχους.
- Η πρόληψη της εγκληματικότητας στην πόλη, στην τοπική κοινωνία, ακόμα και στη γειτονιά έχει αναλυθεί πολλές φορές. Κοινός παρονομαστής όλων των μελετών και ερευνών είναι η συμμετοχική αντεγκληματική πολιτική προκειμένου να μειωθεί ή να ελεγχθεί το αίσθημα ανασφάλειας των πολιτών.
- Η διεταιρικότητα και η εγγύτητα αποτελούν τους βασικούς πυλώνες γύρω από τους οποίους στρέφεται και διακλαδώνεται η νέα αυτή μορφή αντεγκληματικής πολιτικής.
- Η παιδαγωγική της πρόληψης, μέσω της συνευθύνης, προϋποθέτει κοινές αντιλήψεις, κοινή γλώσσα και κοινή δράση. Και κυρίως προϋποθέτει εμπιστοσύνη στο συν-άνθρωπο και συμ-πολίτη.
- Η δημοκρατία της εγγύτητας συνδυάζει την άμεση με τη συμμετοχική δημοκρατία, οι οποίες θεμελιώνονται σε κοινές αξίες και σε κοινή προοπτική
Διαφορετικά θα έχουμε πόλεις τριχασμένες: των πλουσίων, των φτωχών και των «ξένων», που θα βρίσκονται συνεχώς σε θέσεις μάχης.
Κι ας μην ξεχνάμε.
Εάν κάθε κοινωνία έχει τους εγκληματίες που της αξίζουν, τότε και κάθε πόλη έχει την πρόληψη του εγκλήματος που επιθυμεί.
Του καθηγητή Γιάννη Πανούση, πρώην υπουργού.
Ο κ. Πανούσης συμμετείχε με δοκίμιό του στο συλλογικό έργο «Η δημοκρατία ως Δημιουργία» των εκδόσεων μας.